Wydawca: Tektime Kategoria: Obyczajowe i romanse Język: angielski Rok wydania: 2017

Το κορίτσι από το απαγορευμένο ουράνιο τόξο ebook

Rosette  

(0)

Uzyskaj dostęp do tej
i ponad 25000 książek
od 6,99 zł miesięcznie.

Wypróbuj przez
7 dni za darmo

Ebooka przeczytasz w aplikacjach Legimi na:

e-czytniku kup za 1 zł
tablecie  
smartfonie  
komputerze  
Czytaj w chmurze®
w aplikacjach Legimi.
Dlaczego warto?
Czytaj i słuchaj w chmurze®
w aplikacjach Legimi.
Dlaczego warto?
Liczba stron: 478

Odsłuch ebooka (TTS) dostępny w abonamencie „ebooki+audiobooki bez limitu” w aplikacji Legimi na:

Androida
iOS
Czytaj i słuchaj w chmurze®
w aplikacjach Legimi.
Dlaczego warto?

Ebooka przeczytasz na:

e-czytniku EPUB kup za 1 zł
tablecie EPUB
smartfonie EPUB
komputerze EPUB
Czytaj w chmurze®
w aplikacjach Legimi.
Dlaczego warto?
Czytaj i słuchaj w chmurze®
w aplikacjach Legimi.
Dlaczego warto?

Pobierz fragment dostosowany na:

Zabezpieczenie: watermark

Opis ebooka Το κορίτσι από το απαγορευμένο ουράνιο τόξο - Rosette

Η Μελισσάνθη Μπρούνο αποδρά από το παρελθόν της και πάνω απ `όλα αρνείται να αποδεχθεί τη διαφορετικότητά της: γεννήθηκε με μία ιδιαίτερη και σπάνια αναπηρία όρασης που δεν της επιτρέπει να διακρίνει τα χρώματα και το μεγαλύτερο όνειρό της ήταν να δει το ουράνιο τόξο. Ο νέος εργοδότης της είναι ο Σεμπάστιαν ΜακΛέιν,  ένας διάσημος συγγραφέας μυθιστορημάτων τρόμου, καθηλωμένος σε αναπηρική καρέκλα, εξαιτίας ενός μυστηριώδους αυτοκινητιστικού ατυχήματος. Μια φιγούρα κρύβεται στη σκιά, έτοιμη να τραφεί με τις επιθυμίες των άλλων ανθρώπων ... Δύο μοναξιές διασταυρώνονται, δύο πεπρωμένα ενωμένα μέσα από τα πιο σκοτεινή όνειρά τους, όπου τίποτα δεν είναι όπως φαίνεται. Ένα γοτθικό μυθιστόρημα αγάπης σας περιμένει να το διαβάσετε ...PUBLISHER: TEKTIME

Opinie o ebooku Το κορίτσι από το απαγορευμένο ουράνιο τόξο - Rosette

Fragment ebooka Το κορίτσι από το απαγορευμένο ουράνιο τόξο - Rosette

Πρωτότυπος τίτλος:

La ragazza dagli arcobaleni proibiti

Ιταλική έκδοση:

Youcanprint 

Τίτλος: Το κορίτσι από το απαγορευμένο ουράνιο τόξο

Συγγραφέας: Rosette

Μετάφραση: Αθανασία Σερεπίσου

Εκδόσεις:

Tecktime 

Με πάσα επιφύλαξη κάθε νομίμου δικαιώματος -  Rosette © copyright 2015/2017

 Για τον άντρα μου Luca Raggi που είναι η ζωντανή απόδειξη ότι δεν χρειάζεται ποτέ να είσαι συμβιβάζεσαι και ότι πρέπει να ξέρεις να περιμένεις το σωστό άτομο.

Και ότι οι κυνικοί είναι η πλειοψηφία, αλλά οι ρομαντικοί είναι αυτοί που πάντα κερδίζουν μακροπρόθεσμα.

Πρώτο κεφάλαιο

Σήκωσα το πρόσωπο προσφέροντάς το στον γαλήνιο ουρανό. Εκείνο το ελαφρύ αεράκι μου φαινόταν ευοίωνο, σχεδόν φιλικό, ένα σημάδι ότι η ζωή μου άλλαζε ρότα και, αυτή τη φορά, με επιτυχία.

Έσφιξα το χέρι πιο γερά στη βαλίτσα και συνέχισα να περπατώ με ανανεωμένη πίστη.

Ο προορισμός μου δεν ήταν μακριά, κρίνοντας από τις καθησυχαστικές οδηγίες του οδηγού του λεωφορείου και ήλπιζα ότι ήταν ειλικρινείς και όχι, απλώς, αισιόδοξες.

Φτάνοντας στην κορυφή του λόφου, στάθηκα ακίνητη, εν μέρει για να ανακτήσω την αναπνοή μου, εν μέρει γιατί δεν πίστευα στα μάτια μου. 

Ταπεινό σπίτι; Έτσι μου το είχε ορίσει η κυρία ΜακΜίλιαν στο τηλέφωνο, με την χαρακτηριστική ευθύτητα των ανθρώπων που έχουν συνηθίσει να ζουν στην επαρχία. 

Προφανώς, αστειευόταν. Δεν μπορούσε να μιλά σοβαρά, δεν μπορεί να ήταν τόσο αφελής με όλο τον κόσμο.

Το σπίτι υψωνόταν επιβλητικό και αρχοντικό σαν παλάτι νεραϊδών. Αν η επιλογή αυτής της θέσης είχε παρακινηθεί από την επιθυμία να την καμουφλάρει ανάμεσα στην πυκνή και ζωηρή βλάστηση που το περιέβαλε, τότε…η προσπάθεια είχε αποτύχει παταγωδώς.

Ξαφνικά ένιωσα δέος και ξανασκέφτηκα τον ενθουσιασμό με τον οποίο είχα αντιμετωπίσει το ταξίδι από το Λονδίνο ως τη Σκωτία και από το Εδιμβούργο ως εκείνο το γραφικό, απόμερο και ήσυχο χωριό των Χάιλαντς. Εκείνη η προσφορά για δουλειά είχε σκάσει σαν βόμβα, ως Μάννα εξ Ουρανού, σε μία στιγμή ζοφερή και χωρίς ελπίδες. Είχα βαρεθεί να περνώ από το ένα γραφείο στο άλλο, το ένα πιο απρόσωπο και πιο άθλιο από το προηγούμενο, κάνοντας κάθε δουλειά, προορισμένη να ζω με ψευδαισθήσεις. Μετά, η απλή ανάγνωση μίας αγγελίας και ένα τηλεφώνημα από το οποίο κατοχυρώθηκε αυτή η ριζική αλλαγή κατοικίας, μία μετακόμιση ξαφνική, μα πάρα πολύ επιθυμητή. Μέχρι λίγα λεπτά νωρίτερα έχανα αυτή τη μαγεία…Τι άλλαξε, τελικά;

Ξεφύσηξα και πίεσα τα πόδια μου να ξεκινήσουν πάλι. Αυτή τη φορά, ο βηματισμός μου δεν ήταν τόσο θριαμβευτικός, όπως πριν λίγα λεπτά. Αντίθετα, ήταν αδέξιος και διστακτικός. Η πραγματική Μελισσάνθη επανεμφανίστηκε, πιο δυνατή, από τα έρμα με τα οποία μάταια είχα προσπαθήσει να την πνίξω. 

Διέσχισα τον υπόλοιπο δρόμο με απελπιστικά αργό ρυθμό και ήμουν βαθιά ευχαριστημένη που ήμουν μόνη, με την έννοια ότι κανείς δεν θα μπορούσε να μαντέψει τον πραγματικό λόγο για τον οποίο αμφιταλαντευόμουν. Η αμηχανία μου, ρούχο προστατευτικό που μου έδωσε η αυτόνομη ζωή, παρόλο που επαναλάμβανα τις αποτυχημένες προσπάθειες να αποκοπώ από αυτήν, επέστρεψε δυναμικά στο προσκήνιο, θυμίζοντάς μου ποια ήμουν. 

Πώς μπόρεσα να το ξεχάσω;

Έφτασα στην καγκελόπορτα, που είχε ύψος τουλάχιστον τρία μέτρα, κι εκεί είχα άλλον έναν δισταγμό που με παρέλυε. Δάγκωσα το χείλος μου, σκεπτόμενη τις εναλλακτικές που είχα στη διάθεσή μου. Λίγες, για να πω την αλήθεια.

Το να γυρίσω πίσω δεν το συζητούσα. Είχα προπληρώσει για τα έξοδα στο χωριό και τα χρήματα που μου είχαν μείνει ήταν λίγα. 

Ελάχιστα, για να πω την αλήθεια.

Κι έπειτα, τι με περίμενε στο Λονδίνο; Τίποτα. Το απόλυτο κενό. Ακόμη κι η συγκάτοικός μου στο δωμάτιο, δυσκολευόταν να θυμηθεί το όνομά μου ή, στην καλύτερη των περιπτώσεων, το έλεγε λάθος.

Η σιωπή μέσα μου ήταν απόλυτη αλλά και βροντερή, μέσα στην απόλυτη ακινησία της, και έσπαγε μόνο από τους ισχνούς χτύπους της καρδιάς μου. 

Ακούμπησα τη βαλίτσα στο πλακόστρωτο, αγνοώντας τυχόν λεκέδες από το γρασίδι. Ούτως ή άλλως, για μένα δεν είχε καμία σημασία. Ήμουν εξόριστη σε ένα ασπρόμαυρο σύμπαν, χωρίς κανένα τόνο χρώματος. 

Και δεν το λέω μεταφορικά.

Έβαλα το ένα μου χέρι στο δεξί μου κρόταφο και άσκησα μία μικρή πίεση με τα ακροδάχτυλα. Κάπου είχα διαβάσει ότι αυτό επιβράδυνε την πίεση και, παρόλο που το θεωρούσα χαζό και απόλυτα ανούσιο, ακολούθησα υπάκουα μία διαδικασία στην οποία δεν πίστευα καθόλου, μόνο από σεβασμό μίας πάγιας συνήθειας. Ήταν ευχάριστα ενθαρρυντικό να έχεις συνήθειες. Είχα ανακαλύψει ότι συνέβαλλε στο να με γαληνεύει και δεν απογοητευόμουν ποτέ από καμία τους. Τουλάχιστον, μέχρι εκείνη την ώρα.

Στράφηκα γρήγορα προς μία κατεύθυνση αντίθετη από την κανονική, πηγαίνοντας κατηφορικά, και τώρα θα έπρεπε να κάνω πολύ δρόμο, για να γυρίσω πίσω.

Ήθελα το δωμάτιό μου στο Λονδίνο, μικρό σαν καμπίνα πλοίου, το διαταραγμένο χαμόγελο της συγκατοίκου μου, τα πειράγματα του παχουλού γάτου της και, τέλος, τους τοίχους με την ξεφτισμένη μπογιά.

Από τη μία μεριά, χωρίς ειδοποίηση, το χέρι μου γύρισε για να αρπάξει τη δερμάτινη βαλίτσα κι από την άλλη απομακρύνθηκα από την καγκελόπορτα, από την οποία είχα γραπωθεί, χωρίς να το καταλάβω.

Δεν ήξερα τι να κάνω – να πήγαινα μπρος-πίσω ή να χτυπούσα του κουδούνι – αλλά δεν υπήρξε ποτέ τρόπος να το ανακαλύψω, γιατί εκείνη τη δεδομένη στιγμή, συνέβησαν ταυτόχρονα δύο πράγματα. 

Σήκωσα το βλέμμα, γιατί μου το τράβηξε μία κίνηση, μακριά, από ένα παράθυρο στον πρώτο όροφο κι οραματίστηκα μία λευκή κουρτίνα να πέφτει στη θέση της. Και μετά, άκουσα μία γυναικεία φωνή. Ίδια με αυτή που άκουσα λίγες μέρες πριν στο τηλέφωνο. Η φωνή της Μίλισεντ Μακ Μίλιαν, τρομακτικά κοντά.

«Δεσποινίς Μπρούνο! Είστε στ’ αλήθεια εσείς;» 

Στράφηκα στην κατεύθυνση της φωνής, ξεχνώντας την κίνηση στο παράθυρο του πρώτου ορόφου. 

Μία γυναίκα μέσης ηλικίας, νευρώδης και ήπιων τόνων, συνέχισε να μιλά σαν χείμαρρος. Αυτό με συγκλόνισε.

«Μα, σίγουρα είστε εσείς! Ποιος άλλος θα μπορούσε να είναι;Δεν είχαμε πολλές επισκέψεις εδώ στην οικία Midnight Rose κι, έπειτα, σας περιμέναμε! Είχατε καλό ταξίδι, δεσποινίς; Βρήκατε εύκολα το σπίτι; Πεινάτε; Διψάτε; Θέλετε να ξεκουραστείτε, υποθέτω…Θα φωνάξω, αμέσως, τον Κάιλ, να μεταφέρει τις βαλίτσες σας στο δωμάτιό σας… Διάλεξα ένα χαριτωμένο δωμάτιο, απλό μα γουστόζικο, στον πρώτο όροφο…».

Προσπάθησα, μάταια, να απαντήσω τουλάχιστον σε κάποιες ερωτήσεις, αλλά η κυρία ΜακΜίλιαν, δεν σταμάτησε την αδιάκοπη ροή του λόγου της.

«Προφανώς είστε στον πρώτο όροφο, όπως κι ο κύριος ΜακΛέιν …Θεέ μου, αυτός δεν χρειάζεται τη βοήθειά σας. Έχει ήδη τον Κάιλ, για νοσοκόμο...Είναι στην κυριολεξία πολυτεχνίτης…Και οδηγός…Για ποιον δεν ξέρω, καθώς ο κύριος ΜακΛέιν δεν βγαίνει ποτέ… Αχ, πόσο χαίρομαι που είστε εδώ! Αισθανόμουν έντονα την έλλειψη της γυναικείας συντροφιάς… Αυτό το σπίτι είναι λίγο καταθλιπτικό. Τουλάχιστον, το εσωτερικό του… Εδώ, στον ήλιο, όλα φαίνονται θαυμάσια… Βρίσκετε; Σας αρέσει το χρώμα; Είναι παράτολμο το ξέρω… Όμως, αρέσει στον κύριο ΜακΛέιν».

Ορίστε, σκέφτηκα με πικρία. Μία ερώτηση στην οποία χαιρόμουν που δεν χρειαζόταν να απαντήσω. 

Ακολούθησα τη γυναίκα στο εσωτερικό του προαυλίου και μετά στο τεράστιο αίθριο του σπιτιού. Δεν σταμάτησε στιγμή να φλυαρεί, με τον δυνατό ήχο μίας καμπάνας. Περιορίστηκα στο να συγκατανεύω στο ένα ή το άλλο, ρίχνοντας καμία βιαστική ματιά στο φυσικό περιβάλλον, καθώς περνούσαμε. 

Το σπίτι ήταν, πράγματι, τεράστιο επαλήθευσα με έκπληξη. Περίμενα μία πιο ολιγαρκή, λακωνική και αρρενωπή διακόσμηση, αναλογιζόμενη ότι ο ιδιοκτήτης, ο νέος μου εργοδότης, ήταν ένας άνδρας που ζούσε μόνος του. Προφανώς, τα γούστα του απείχαν κατά πολύ από το να είναι μινιμαλιστικά. Τα έπιπλα μεγαλοπρεπή, πολυτελή και παλιά. «Του 18ου αιώνα», σκέφτηκα αν και δεν ήμουν ειδική στις αντίκες.

Επέκτεινα το βήμα μου, για να μη χάσω την οικονόμο, που ήταν γρήγορη σαν γατόπαρδος. 

«Το σπίτι είναι πάρα πολύ μεγάλο», φλυάρησα, επωφελούμενη από μία παύση στον μακρύ της μονόλογο.

Μου έριξε μία ματιά, πάνω από τον ώμο της. «Όντως είναι, δεσποινίς Μπρούνο. Ωστόσο, το μισό είναι κλειστό. Μας εξυπηρετεί καλύτερα το ισόγειο ή ο πρώτος όροφος. Είναι εξαιρετικά μεγάλο, για έναν άνθρωπο μόνο και κουραστικό, για την υποφαινόμενη, να το φροντίζει. Εκτός από τις μεγάλες καθαριότητες, για τις οποίες έχει προσλάβει ένα εξωτερικό συνεργείο καθαρισμού, εδώ είμαι μόνο εγώ. Κι εσείς, τώρα».

Επιτέλους, σταμάτησε μπροστά σε μία πόρτα και την άνοιξε διάπλατα. 

Την έφτασα, με την ανάσα λίγο ξέπνοη. Ήδη, ήμουν κουρασμένη, εξαντλημένη. 

Με οδήγησε στο εσωτερικό του δωματίου, με ένα φιλόξενο χαμόγελο στα χείλη. 

«Ελπίζω να σας αρέσει, δεσποινίς Μπρούνο. Παρεμπιπτόντως…προφέρεται Μπρούνο ή Μπρουνό;»

«Μπρούνο. Ο πατέρας μου ήταν ιταλικής καταγωγής», απάντησα, με τα μάτια μου διάπλατα ανοικτά, από τη θέα του δωματίου.

Η κυρία ΜακΜίλιαν άρχισε πάλι να φλυαρεί, αναφέροντάς μου διάφορα περιστατικά από τη σύντομη παραμονή της, όταν ήταν νέα, στην Ιταλία, τη Φλωρεντία, όπως και επόμενες περιπέτειές της ως φοιτήτρια Ιστορίας της Τέχνης, πολέμια της αυστηρής τοπικής γραφειοκρατίας. 

Την πρόσεχα στα μισά από όσα είπε, καθώς ήμουν πολύ συγκινημένη, για να προσποιηθώ ενδιαφέρον. Εκείνο το δωμάτιο, το οποίο εκείνη χαρακτήρισε ως «απλό», ήταν τριπλάσιο από εκείνη την τρύπα που έμενα στο Λονδίνο! Οι αρχικές μου αμφιβολίες είχαν πια χαθεί. Ακούμπησα τη βαλίτσα μου στο κομό και θαύμασα ξανά το μεγάλο κρεβάτι με τον θόλο, παλιό όπως και τα υπόλοιπα έπιπλα. Ένα γραφείο, μία ντουλάπα, ένα κομοδίνο, ένα χαλάκι στο ξύλινο πάτωμα, ένα μισάνοικτο παράθυρο. Πήγα προς εκείνη την κατεύθυνση και το άνοιξα διάπλατα, απολαμβάνοντας το εκπληκτικό πανόραμα που με περιέβαλε. Στο βάθος φαινόταν το χωριό, από το οποίο μόλις που περάσαμε, στη διαδρομή με το λεωφορείο, οχυρωμένο προς τον λόφο, μία λωρίδα ποταμού που χανόταν στα δεξιά μου, κρυμμένη από την πλούσια βλάστηση, και ο κήπος από κάτω, περιποιημένος και γεμάτος φυτά.  

«Λατρεύω να ασχολούμαι με τον κήπο», συνέχισε απτόητη η οικονόμος, πλησιάζοντάς με. «Αγαπώ, ιδιαίτερα, τα τριαντάφυλλα. Όπως βλέπετε,  έχω κόψει ένα ματσάκι για εσάς».

Γύρισα και, μόνο τότε, πρόσεξα το βάζο πάνω στο κομό, ένα μάτσο που ξεχείλιζε, γεμάτο από τριαντάφυλλα. Κάλυψα εν ριπή οφθαλμού την απόσταση που με χώριζε από αυτά και βύθισα τη μύτη μου μέσα στα παχιά τους πέταλα. Το άρωμα με μάγεψε αμέσως, σχεδόν με τρέλανε, προκαλώντας που μία ελαφριά ζάλη. 

Για πρώτη φορά, στα 22 μου χρόνια, αισθανόμουν να είμαι σπίτι μου. Σαν να προσγειώθηκα, επιτέλους, σε ένα λιμάνι ασφαλές και φιλόξενο.

«Σας αρέσουν τα λευκά τριαντάφυλλα, δεσποινίς; Μήπως τα προτιμάτε πορτοκαλί ή κόκκινα. Κίτρινα, ίσως…»

Ξαναγύρισα στη Γη, καθώς με τράβηξε απότομα εκείνη η ύπουλη ερώτηση, αν και ειπώθηκε με πολύ αθώο τρόπο και με άγνοια, από εκείνη την ευγενική γυναίκα.

«Μου αρέσουν όλα. Δεν έχω προτίμηση», μουρμούρισα, κλείνοντας τα μάτια.

«Στοιχηματίζω ότι σας αρέσουν τα κόκκινα. Σε όλες τις γυναίκες αρέσουν τα κόκκινα. Αλλά δεν μου φάνηκαν κατάλληλα…Θέλω να πω…Θα έπρεπε να δοθούν μόνο από κάποιον εραστή…Είστε αρραβωνιασμένη, δεσποινίς Μπρούνο;»

«Όχι». Η φωνή μου ήταν λίγο πιο δυνατή από ανάσα, με τον κουρασμένο τόνο του ανθρώπου που δεν είχε δώσει ποτέ διαφορετική απάντηση.

«Τι κρίμα. Προφανώς, δεν είστε. Αν ήσαστε, δεν θα ερχόσαστε εδώ, σε αυτό το απόμακρο σημείο, μακριά από την αγάπη σας. Εδώ, αμφιβάλλω αν θα γνωρίσετε κάποιον…»

Άνοιξα και πάλι τα μάτια. «Δεν ψάχνω κάποιον για να αρραβωνιαστώ».

Η έκφρασή της γαλήνεψε και πάλι. «Λοιπόν, μην αυταπατάστε. Εδώ είναι πρακτικώς αδύνατον να κάνετε γνωριμίες. Είναι όλοι δεσμευμένοι. Αρραβωνιάζονται, κυριολεκτικά, από την κούνια ή, το αργότερο, στα θρανία του νηπιαγωγείου…Ξέρετε πως είναι οι μικρές επαρχιακές κοινωνίες, κλειστές στο καινούργιο και το διαφορετικό».

Κι εγώ ήμουν διαφορετική. Ανεπανόρθωτα διαφορετική.

«Όπως σας είπα, δεν θα είναι πρόβλημα για μένα», είπα με αποφασιστικό τόνο.

«Τα μαλλιά σας έχουν εκπληκτικό κόκκινο χρώμα, δεσποινίς Μπρούνο. Αξιοζήλευτο, θα έλεγα. Χαρακτηριστικό μίας Σκωτσέζας, αν κι εσείς δεν είστε Σκωτσέζα».

Μου πέρασε αφηρημένα το χέρι της ανάμεσα στα μαλλιά μου κι ένα θλιμμένο χαμόγελο ζωγραφίστηκε στο πρόσωπό της. Δεν απάντησα, καθώς ήμουν συνηθισμένη σε τέτοιου είδους σχόλια.

Εκείνη συνέχισε να φλυαρεί κι εγώ αφαιρέθηκα ξανά, το μυαλό γεμάτο από δηλητηριώδεις αναμνήσεις, που αργούν να απορροφηθούν, να εξασθενήσουν, μα που τις αναπολείς πολύ γρήγορα.

Για να μην κοπώ πάλι από τα κοφτερά βέλη της μνήμης, διέκοψα άλλη μία αφήγηση ενός περιστατικού. 

 «Ποιο θα είναι το ωράριο εργασίας μου;»

Η γυναίκα έκανε ένα νεύμα επιδοκιμασίας, ανακαλύπτοντας την αφοσίωσή μου στη δουλειά. «Από τις 9 π.μ. ως τις 5:00 μ.μ., δεσποινίς. Προφανώς, θα έχετε και διάλειμμα για το μεσημεριανό. Με την ευκαιρία, σας ενημερώνω ότι ο κύριος ΜακΛέιν προτιμά να παίρνει τα γεύματά του στο δωμάτιο, σε απόλυτη απομόνωση. Φοβάμαι ότι δεν θα είναι πολύ καλή παρέα». Έκανα έναν μορφασμό δυσαρέσκειας και ο τόνος της έγινε απολογητικός. «Είναι πολύ πικραμένος άνθρωπος. Ξέρετε…λόγω της τραγωδίας… Είναι σαν το λιοντάρι στο κλουβί και πιστέψτε με…όταν βρυγχάται, θα θέλετε να τα παρατήσετε όλα και να φύγετε…Όπως έκαναν άλλες τρεις γραμματείς, πριν από εσάς…». Τα μάτια της φαίνονταν να με επεξεργάζονται, ορθάνοιχτα σαν μεγεθυντικοί φακοί. «Φαίνεστε να έχετε κοινή λογική και πρακτικό πνεύμα…Ελπίζω να αντέξετε περισσότερο καιρό, σας το εύχομαι από καρδιάς…»

«Παρά τη λεπτή και εύθραυστη εμφάνιση, έχω το χάρισμα της απεριόριστης υπομονής, κυρία ΜακΜίλιαν. Σας εγγυώμαι ότι θα βάλω τα δυνατά μου, για να σταθώ στο ύψος των περιστάσεων», υποσχέθηκα, με όλη την αισιοδοξία που κατάφερα να μαζέψω.

Η γυναίκα μού χάρισε ένα πλατύ χαμόγελο, κατακτημένη από την επισημότητα της δήλωσής μου. Μου ευχήθηκε να μη βιαστώ να βγάλω συμπεράσματα. 

Η γυναίκα έφτασε στην πόρτα, χαμογελώντας ακόμη. «Ο κύριος ΜακΛέιν θα σας περιμένει σε μία ώρα στο γραφείο του, δεσποινίς Μπρούνο. Μην τον κάνετε να περιμένει. Να το θυμάστε, είναι ο μόνος τρόπος για να τα καταφέρετε στην πρώτη γνωριμία».

Έκλεισα τα χείλη, που είχαν ανοίξει από την αρχική αναστάτωση. «Του αρέσει να φέρνει σε δύσκολη θέση το προσωπικό;».

Εκείνη σοβαρεύτηκε. «Είναι σκληρός άνθρωπος, αλλά δίκαιος. Θα έλεγα ότι δεν εκτιμά τις «κότες» και τις κάνει μία χαψιά. Το πρόβλημα είναι ότι πολλές «τίγρεις» γίνονται «κότες», όταν εμφανίζεται…»

Με χαιρέτισε με ένα χαμόγελο και έφυγε από το δωμάτιο, αγνοώντας των κυκλώνα που επικρατούσε στο μυαλό μου, προερχόμενος από την τελευταία κουβέντα.

Επέστρεψα στο παράθυρο. Το αεράκι είχε χαθεί από μία ασυνήθιστα αποπνικτική ζέστη, χαρακτηριστικό της ηπειρωτικής χώρας και όχι τόσο εκείνης της περιοχής.

Κουρασμένη, έβαλα το μυαλό μου σε αναμονή, απελευθερώνοντάς το από τις βλαβερές σκέψεις. Ήταν και πάλι μία λευκή σελίδα, ανέπαφη, καινούργια, ελεύθερη από κάθε προβληματισμό.

Με την έντονη σιγουριά όποιου γνωρίζει τον εαυτό του, ήξερα ότι η γαλήνη ήταν σχετική, εφήμερη όπως ένα χνάρι στην άμμο, έτοιμο να σβηστεί από την παλίρροια που επέστρεφε.

Η υποδοχή της κυρίας ΜακΜίλιαν, δεν μπορούσε να με εξαπατήσει.Εκείνη ήταν μία απλή υπάλληλος, τίποτα λιγότερο και τίποτα περισσότερο από μένα. Ήταν ευχάριστη, πολύ καθώς το καλοσκεφτόμουν, ήταν με το μέρος μου και μου είχε προσφέρει συμμαχία με τόσο αυθορμητισμό. Ωστόσο, δεν μπορούσα να ξεχάσω ότι ο εργοδότης μου ήταν άλλος. Η μονιμότητά μου σε αυτό το σπίτι, που ήταν τόσο ευχάριστο και τόσο διαφορετικό από κάθε άλλο μέρος που γνώρισα ποτέ, εξαρτιόταν εξ ολοκλήρου από εκείνον. Ή ακόμη περισσότερο από την εντύπωση που θα του έκανα. Εγώ. Μόνο εγώ. Ήξερα λίγα για εκείνον, ώστε να χαλαρώσω. Ένας άντρας μόνος, καταδικασμένος σε μία φυλακή που ήταν χειρότερη κι από τον θάνατο, που ζούσε μισή ζωή, ένας μοναχικός συγγραφέας με τον χείριστο χαρακτήρα… Σύμφωνα με τις πολλές νύξεις της ξεναγού μου, επρόκειτο για έναν άντρα που αντλούσε ευχαρίστηση από το να φέρνει σε δύσκολη θέση τον κόσμο, ίσως και να του άρεσε να ξεσπά την τάση για εκδίκηση στους άλλους, ανήμπορος να τα βάλει με τον μοναδικό εχθρό του: το πεπρωμένο. Τυφλός, με παρωπίδες, αδιάφορος για τα δεινά που συνέβαιναν γύρω του, δημοκρατικός κατά μία έννοια.

Πήρα μία βαθιά ανάσα. Σαν η διαμονή μου σε αυτό το σπίτι να έμελλε να είναι σύντομη, τόσο που δεν άνοιξα τις βαλίτσες μου. Δεν ήθελα να χάσω χρόνο. 

Περιπλανήθηκα στο δωμάτιο, δύσπιστη ακόμα. Έμεινα μπροστά στον καθρέφτη που κρεμόταν πάνω από το κομό, και κοίταξα λυπημένα το πρόσωπό μου. Τα μαλλιά μου ήταν κόκκινα, βέβαια. Το ήξερα γιατί μου το είχαν πει άλλοι, εγώ δεν ήμουν σε θέση να διακρίνω χρώματα. Ζούσα μία ασπρόμαυρη ζωή, δέσμια κι εγώ, όπως ο κύριος ΜακΛέιν. Όχι σε αναπηρική καρέκλα, αλλά με τον τρόπο μου ήμουν ατελής. Πέρασα το δάχτυλό μου πάνω από μία ασημένια βούρτσα, ένα εξαίσιο αντικείμενο αξίας, το οποίο ήταν στη διάθεσή μου με γενναιοδωρία που όμοιά της δεν είχα ξαναδεί. 

Τα μάτια συνάντησαν το μεγάλο ρολόι τοίχου και μου θύμισαν, με μοχθηρία, το ραντεβού με τον ιδιοκτήτη του σπιτιού.

Δεν γινόταν να αργήσω.

Όχι στην πρώτη μας συνάντηση.

Που, ίσως, να ήταν και η τελευταία, αν δεν κατάφερνα να…Πώς το είχε πει η κυρία ΜακΜίλιαν. Α, ναι. «Να το θυμάστε». Μία λέξη για την πριγκίπισσα «κότα». Η αγαπημένη μου λέξη, που τη χρησιμοποιούσα συχνά ήταν το «συγγνώμη», που το έλεγα, ανάλογα με τις συνθήκες, είτε «με συγχωρείτε» είτε «με συγχωρείς». Αργά ή γρήγορα θα ζητούσα συγγνώμη και που υπήρχα. Ίσιωσα την πλάτη μου, πηδώντας με τόλμη. Θα πουλούσα ακριβά το τομάρι μου. Θα κέρδιζα το δικαίωμα, την ευχαρίστηση του να είμαι σε αυτό το σπίτι, σε αυτό το δωμάτιο, σε αυτή τη γωνιά του κόσμου.

Στο κεφαλόσκαλο, κατεβαίνοντας τις σκάλες, οι πλάτες μου έκαναν και πάλι καμπύλη, το μυαλό άρχισε να ουρλιάζει, η καρδιά να χτυπά γρήγορα. Η ηρεμία μου κράτησε…πόσο; Ένα λεπτό; 

Σχεδόν ρεκόρ.

Δεύτερο Κεφάλαιο

Όταν έφτασα στο αίθριο, είχα καταλάβει την αναπόφευκτη άγνοιά μου. Πού ήταν το γραφείο; Πώς θα κατάφερνα να το βρω και, αν κατάφερνα να φτάσω οριακά; Προτού βυθιστώ στα άδυτα της απελπισίας, με έσωσε η προνοητική παρέμβαση της κυρίας ΜακΜίλιαν, με ένα πλατύ χαμόγελο στο λεπτό της πρόσωπο.

«Δεσποινίς Μπρούνο, τώρα ερχόμουν να σας ειδοποιήσω…». Έριξα μία γρήγορη ματιά στο εκκρεμές στον τοίχο. «Τι ακρίβεια! Είστε πραγματικά σπάνιος θησαυρός! Είστε σίγουρη ότι έχετε ιταλική καταγωγή και όχι ελβετική;» γέλασε μόνη της με το αστείο. 

Χαμογέλασα ευγενικά, συντονίζοντας το βήμα μου με το δικό της, ενώ ανέβαινα και πάλι τη σκάλα. Προσπεράσαμε την πόρτα του δωματίου μου, κατευθυνθήκαμε στο βάθος του διαδρόμου, προς μία βαριά πόρτα.

Χωρίς να βγάλει άχνα, χτύπησε ελαφρά την πόρτα τρεις φορές και την άνοιξε.

Έμεινα από πίσω της, με πόδια που έτρεμαν, ενώ εκείνη προηγήθηκε στο εσωτερικό του δωματίου.

«Κύριε ΜακΛέιν…είναι η δεσποινίς Μπρούνο».

«Καιρός ήταν. Έχει αργήσει». Η φωνή ακούστηκε τραχιά κι αγενής.

Η οικονόμος χαμογέλασε ψυχρά, συνηθισμένη στη δυσαρέσκεια του ιδιοκτήτη του σπιτιού.

«Μόνο κατά ένα λεπτό, κύριε. Μην ξεχνάτε ότι είναι καινούργια στο σπίτι. Εγώ την καθυστέρησα γιατί…»

«Να της πεις να περάσει, Μίλισεντ». Η διακοπή ήταν απότομη σαν μαστίγιο και πήγα στη θέση της γυναίκας που, ατάραχη, γύρισε και με κοίταξε σταθερά.

«Ο κύριος ΜακΛέιν σας περιμένει, δεσποινίς Μπρούνο. Παρακαλώ, περάστε».

Η γυναίκα παραμέρισε, κάνοντάς μου νόημα να μπω. Της έριξα μία τελευταία προβληματισμένη ματιά. Εκείνη για να με ενθαρρύνει, μου ψιθύρισε: «Καλή επιτυχία».

Ορίστε, κατάφερα το αντίθετο. Το κεφάλι μου είχε κρεμάσει σαν μία υγρή μάζα, χωρίς λογική ή επίγνωση του χώρου και του χρόνου. Επιχείρησα ένα ντροπαλό βήμα στο εσωτερικό του δωματίου. Προτού δω κάποιον, άκουσα τη φωνή από πριν, που έδιωχνε κάποιον.

«Μπορείς να πηγαίνεις, Κάιλ. Τα λέμε αύριο. Να είσαι στην ώρα σου, σε παρακαλώ. Δεν θα ανεχτώ άλλες καθυστερήσεις». 

Ένας άντρας ήταν όρθιος, λίγα βήματα απόσταση από εμένα, ψηλός και σωματώδης. Με κοίταξε επίμονα και με χαιρέτησε με ένα νεύμα του κεφαλιού, ενώ στα μάτια του υπήρξε ένας αστραπιαίος και σιωπηλός θαυμασμός, ενώ περνούσε δίπλα μου». 

«Καλησπέρα».

«Καλησπέρα», ανταπάντησα, κοιτώντας τον πιο επίμονα από το επιτρεπτό, για να αναβάλλω τη στιγμή που θα με γελοιοποιούσε, δεν είχα λάβει υπόψη τις απόψεις της κυρίας ΜακΜίλιαν και τις φρούδες ελπίδες μου. 

Η πόρτα έκλεισε πίσω μου και θυμήθηκα τους καλούς μου τρόπους.

«Καλησπέρα, κύριε ΜακΛέιν. Ονομάζομαι Μελισσάνθη Μπρούνο, έρχομαι από το Λονδίνο και…»

«Δεν χρειάζομαι τη λίστα των προσόντων σας, δεσποινίς Μπρούνο. Τα οποία είναι και λίγα, εκτός των άλλων». Η φωνή, τώρα, ήταν ενοχλημένη.

Τα μάτια μου σηκώθηκαν ψηλά, έτοιμα να συναντήσουν τον συνομιλητή μου. Και, όταν το έκαναν, δόξασα τον Θεό που το πρώτο που έκανα ήταν να τον χαιρετήσω. Γιατί, τώρα, δυσκολευόμουν να θυμηθώ και το όνομά μου ακόμη.

Ήταν καθισμένος πίσω από το γραφείο, στην αναπηρική καρέκλα, με το ένα χέρι στην άκρη της για να απολαύσει το ξύλο και στο άλλο έπαιζε με ένα στυλό, τα μάτια του ήταν σκούρα, καρφωμένα στα δικά μου, χωρίς να μπορώ να τα καταλάβω. Για άλλη μία φορά, και τελευταία, μετάνιωνα που δεν μπορούσα να διακρίνω τα χρώματα. Θα έδινα χρόνο από τη ζωή μου, για να διακρίνω το χρώμα των ματιών και των μαλλιών του. Αλλά δεν θα μου δινόταν αυτή η χαρά. Στη λάμψη του φωτός σκέφτηκα ότι ήταν ωραίος έτσι: πρόσωπο με μία αφύσικη ωχρότητα, μαύρα μάτια που τα σκίαζαν οι μακριές βλεφαρίδες, μαύρα μαλλιά, κυματιστά και πυκνά. 

«Μήπως είστε μουγκή; Ή κωφή;»

 Ξαναπάτησα στη Γη, πέφτοντας από ιλιγγιώδες ύψος. Μου φαινόταν σαν να άκουσα το χτύπημα των μελών μου στο έδαφος.  Ένας κρότος βροντερός και δυσοίωνος, ακολουθούμενος από έναν τρομακτικό και συντριπτικό τριγμό.

«Με συγχωρείτε, αφαιρέθηκα», μουρμούρισα, κοκκινίζοντας στο λεπτό.

Εκείνος με περιεργάστηκε με μία προσοχή που μου φαινόταν υπερβολική. Φαινόταν σαν να απομνημόνευε κάθε γραμμή του προσώπου μου, σταματώντας στον λαιμό μου. Κοκκίνισα, ακόμη περισσότερο. Για πρώτη φορά, ήθελα διακαώς να μοιραζόμουν το εκ γενετής ελάττωμά μου με κάποιον άλλον άνθρωπο. Θα ήταν λιγότερο ντροπιαστικό, να σκέφτομαι ότι ο κύριος ΜακΛέιν με την αριστοκρατική και θριαμβευτική του ομορφιά, δεν θα μπορούσε να παρατηρήσει το κοκκίνισμα που γέμιζε ορμητικά κάθε εκατοστό ακάλυπτου δέρματος.

Ταλαντευόμουν πάνω στα πόδια μου, καθώς ντρεπόμουν με αυτή την αναίσχυντα εμφανή οπτική εξέταση. Εκείνος συνέχισε την εξέτασή του, περνώντας στα μαλλιά μου.

«Θα πρέπει να βάψετε τα μαλλιά σας. Αλλιώς θα καταλήξουν να τα περνάνε για φωτιά. Δεν θα ήθελα να καταλήξουν κάτω από την επιδρομή εκατοντάδων πυροσβεστήρων». Η απαθής έκφραση ζωντάνεψε λίγο και μία υποψία διασκέδασης έλαμψε στα μάτια του.

«Δεν διάλεξα εγώ αυτό το χρώμα», είπα, μαζεύοντας όση αξιοπρέπεια μπορούσα. «Αλλά, ο Θεός».

Σήκωσε το ένα φρύδι του. «Είστε θρησκευόμενη, δεσποινίς Μπρούνο;»

«Εσείς, κύριε;»

Ακούμπησε το στυλό πάνω στο γραφείο, χωρίς να πάρει τα μάτια του από πάνω μου. «Δεν υπάρχουν αποδείξεις ότι υπάρχει Θεός».

«Ούτε ότι δεν υπάρχει», απάντησα με τόλμη, θαυμάζοντάς με, για τον στόμφο με τον οποίο μίλησα.

Τα χείλη του σχημάτισαν την καμπύλη ενός ειρωνικού χαμόγελου, μετά μου έδειξε μία πολυθρόνα με κάλυμμα. «Καθίστε». Μου φάνηκε σαν εντολή, παρά σαν πρόσκληση. Παρόλα αυτά υπάκουσα, αμέσως. 

«Δεν απαντήσατε στην ερώτησή μου, δεσποινίς Μπρούνο. Είστε θρησκευόμενη;»

«Είμαι πιστή, κύριε ΜακΛέιν», επιβεβαίωσα χαμηλόφωνα. «Ωστόσο, δεν πηγαίνω πολύ συχνά στην εκκλησία. Καθόλου για την ακρίβεια».

«Η Σκωτία είναι από τις λίγες αγγλοσαξονικές χώρες που εξασκούν τον καθολικισμό με ασύγκριτο ζήλο και αφοσίωση». Η ειρωνεία του ήταν σαφής. «Εγώ είμαι η εξαίρεση στον κανόνα… Όπως λέει κι έκφραση. Θα έλεγα ότι πιστεύω μόνο σε μένα και σε ό,τι μπορώ να αγγίξω».

Ακούμπησε ήρεμα στην πλάτη της αναπηρικής πολυθρόνας, ενώ χτυπούσε ρυθμικά τα ακροδάχτυλά του στα μπράτσα της. Ωστόσο, δεν σκέφτηκα ούτε για ένα δέκατο του δευτερολέπτου ότι ήταν ευάλωτος ή εύθραυστος. Είχε την έκφραση κάποιου που είχε γλιτώσει από τις φλόγες και που δεν θα φοβόταν να ξαναπέσει σε αυτές, αν το θεωρούσε απαραίτητο. Ή, απλώς, αν το ήθελε. Πήρα με δυσκολία τα μάτια μου από το πρόσωπό του. Ήταν λαμπερό, σχεδόν σαν πέρλα, ένα λαμπερό και φωτεινό λευκό, διαφορετικό από τα συνήθη πρόσωπα που είχα γύρω μου. Ήταν κουραστικό να τον κοιτώ και να ακούω τη φωνή του που με υπνώτιζε. Ένα γοητευτικό ερπετό, κάθε γυναίκα θα ήταν πρόθυμη να υποστεί το ξόρκι, τα μυστικά μαγικά λόγια που έρχονταν από εκείνον, από εκείνο το τέλειο πρόσωπο, από το ειρωνικό του βλέμμα.

 «Ώστε εσείς είστε η νέα μου γραμματέας, δεσποινίς Μπρούνο».

«Αν επιθυμείτε να επιβεβαιώσετε την πρόσληψή μου, κύριε ΜακΛέιν», διευκρίνισα, σηκώνοντας το βλέμμα.

Εκείνος χαμογέλασε, διχασμένος. «Για ποιον λόγο δεν θα έπρεπε να σας προσλάβω; Επειδή δεν πάτε κάθε Κυριακή στην εκκλησία; Με κρίνατε πολύ επιφανειακά, αν πιστεύετε ότι είμαι σε θέση να σας διώξω ή να σας κρατήσω, βασισμένος σε δύο κουβέντες που είπαμε».

«Ούτε κι εγώ σας γνωρίζω αρκετά, για να σχηματίσω μία τόσο λίγο κολακευτική άποψη για εσάς», συμφώνησα χαμογελώντας. «Καταλαβαίνω, ωστόσο, ότι μία επωφελής σχέση εργασίας γεννάται κι από μία άμεση συμπάθεια, από μία πρώτη καλή εντύπωση».

Το γέλιο του ήταν τόσο απρόσμενο, που αναπήδησα. Όσο ξαφνικά ξεκίνησε, έτσι σταμάτησε. Με κοίταξε ψυχρά κι επίμονα. 

«Πιστεύετε, πραγματικά, ότι είναι εύκολο να βρεθούν υπάλληλοι που είναι πρόθυμες να μεταφερθούν σε αυτό το ξεχασμένο από τον Θεό κι από τον κόσμο χωριό, μακριά από καθετί που έχει να κάνει με διασκέδαση, από κάθε εμπορικό κέντρο ή ντισκοτέκ; Είστε η μοναδική που απάντησε στην αγγελία, δεσποινίς Μπρούνο». 

Η διασκέδαση παραμόνευε, πίσω από τον πάγο των ματιών του. Μία πλάκα από μαύρο πάγο, που έσπαγε από μία ευθυμία, που μου ζέσταινε ξανά την ψυχή.

«Τότε, δεν θα πρέπει να προβληματίζομαι για τον ανταγωνισμό», είπα, σταυρώνοντας νευρικά τα χέρια χαμηλά μπροστά μου.

Εκείνος, ακόμη, με μελετούσε με την ίδια ενοχλητική περιέργεια που θα κοιτούσε ένα σπάνιο ζώο. 

Κατάπια το σάλιο μου, επιδεικνύοντας μία εικονική και επικίνδυνα αβέβαιη αδιαφορία. Για μία στιγμή, ώρα που βρήκε να έρθει κι αυτή η σκέψη, είπα στον εαυτό μου ότι έπρεπε να φύγω από εκείνο το σπίτι, εκείνο το γεμάτο βιβλία δωμάτιο, από εκείνον τον περίεργο και πανέμορφο άντρα. Αισθανόμουν σαν ανυπεράσπιστο γατάκι, λίγα εκατοστά από το στόμα ενός λιονταριού. Σκληρό αρπακτικό, αδύναμο θήραμα. Μετά, η αίσθηση αυτή εξαφανίστηκε και βγήκα από το σοκ. Απέναντί μου, ήταν ένας άντρας με έντονη προσωπικότητα, αλαζόνας και υπεροπτικός, αλλά καθηλωμένος εδώ και καιρό, πάνω σε μία αναπηρική καρέκλα. Εγώ με τη σειρά μου ήμουν το θήραμα, μία ντροπαλή κοπέλα, φοβισμένη, που δεν της άρεσαν οι αλλαγές. Γιατί να μην τον αφήσω να το κάνει; Αν τον διασκέδαζε να με κοροϊδεύει, γιατί να του σταματήσω τη μοναδική ευκαιρία διασκέδασης, ψυχαγωγίας που είχε; Ήταν πολύ ευγενικό από μέρους μου, από μία άποψη.

«Τι πιστεύετε για μένα, δεσποινίς Μπρούνο;»

Για μία ακόμη φορά, τον ανάγκασα να επαναλάβει την ερώτηση και για μία ακόμη φορά τον έπιασα προ εκπλήξεως. 

«Δεν περίμενα ότι ήσαστε τόσο νέος».

Κοκκίνισα αμέσως και σιώπησα, ντροπιασμένη που τον χτύπησα έτσι. Εκείνος συνήλθε και πάγωσε, με άλλο ένα χαμόγελο, τον χτύπο της καρδιάς μου. «Αλήθεια;»

Μετακινήθηκα πάνω στην καρέκλα μου, αναποφάσιστη για το πώς να συνεχίσω. Μετά, αποφάσισα- προσπαθώντας να ανακτήσω όλο μου το θάρρος και έχοντας παρασυρθεί από το βλέμμα του που είχε κολλήσει πάνω μου σε έναν βουβό χορό που ,όμως, δεν αφαιρούσε το αισθησιασμό  του - να συνεχίσω να μιλάω.

«Γράψατε το πρώτο σας βιβλίο στα 21, 15 χρόνια πίσω, από ό,τι γνωρίζω. Ωστόσο, φαίνεστε λίγο μεγαλύτερος από μένα», σκέφτηκα, κάπως αφηρημένα.

«Πόσων χρόνων είστε, δεσποινίς Μπρούνο;»

«22, κύριε», απάντησα, τυλιγμένη πάλι στο βάθος των ματιών του. 

«Είμαι πολύ γέρος για εσάς, δεσποινίς Μπρούνο», είπε με ένα μικρό γέλιο. Μετά, χαμήλωσε το βλέμμα και η ψυχρή χειμωνιάτικη νύχτα τον ξανατύλιξε στα πλοκάμια της, πιο σκληρή κι από ένα ερπετό. Κάθε ίχνος ζεστασιάς χάθηκε. «Οπότε, μπορείτε να μείνετε ήσυχη. Δεν χρειάζεται να ανησυχείτε για σεξουαλική παρενόχληση, ενώ κοιμάστε στο κρεβάτι σας. Όπως βλέπετε, είμαι καταδικασμένος στην ακινησία».

Σιώπησα, γιατί δεν ήξερα τι να απαντήσω. Ο τόνος του ήταν πικρός και άδειος από ελπίδα, με το πρόσωπό του πετρωμένο. 

Τα μάτια του περιεργάστηκαν τα δικά μου, αναζητώντας κάτι που φαινόταν να μη βρίσκει. Χαμογέλασε ελαφριά. «Τουλάχιστον, εσείς δεν με λυπάστε. Αυτό με ευχαριστεί. Δεν το χρειάζομαι, δεν το έχω ανάγκη. Είμαι πιο ευτυχής από πολλούς άλλους, δεσποινίς Μπρούνο, γιατί είμαι ελεύθερος, πλήρως, με τον πιο απόλυτο τρόπο». Συνοφρυώθηκε. «Τι κάνετε ακόμη εδώ; Μπορείτε να πηγαίνετε». 

Η ξερή άδεια αποχώρησης με εξέπληξε. Σηκώθηκα αβέβαιη κι εκείνος επωφελήθηκε, για να μου ρίξει τη χολή του. 

«Ακόμη εδώ; Τι θέλετε; Τον μισθό σας από τώρα; Ή θέλετε να μιλήσουμε για το ρεπό σας» με κατηγορούσε θυμωμένος.

«Όχι, κύριε ΜακΛέιν». Κατευθύνθηκα αδέξια προς την πόρτα. Είχα ήδη το χέρι στο πόμολο, όταν με σταμάτησε.

«Αύριο το πρωί στις εννέα, δεσποινίς Μπρούνο. Γράφω έναν καινούργιο βιβλίο,  ο τίτλος του είναι “Άταφοι νεκροί”. Το βρίσκετε φρικτό;» Το χαμόγελό του έγινε ακόμα πιο πλατύ. 

Η απότομη αλλαγή διάθεσης θα πρέπει να ήταν ένα βασικό χαρακτηριστικό της προσωπικότητάς του. Πιέστηκα να το θυμάμαι στο μέλλον, αλλιώς θα ρίσκαρα να παθαίνω κρίση υστερίας, τουλάχιστον είκοσι φορές την ημέρα. «Φαίνεται ενδιαφέρον, κύριε», απάντησα με προσοχή.

Έγειρε πίσω το κεφάλι του και ξέσπασε σε ένα χοντροειδές γέλιο. «Ενδιαφέρον! Στοιχηματίζω ότι δεν έχετε διαβάσει ποτέ κάποιο από τα βιβλία μου, δεσποινίς Μπρούνο. Μου φαίνεται ότι δεν έχετε αρκετά γερό στομάχι, θα κοιμόσαστε όλη νύχτα, τρομοκρατημένη από τους εφιάλτες…» Γέλασε ξανά, αλλάζοντας από τον πληθυντικό στον ενικό, με την ίδια ταχύτητα που άλλαζε και η διάθεσή του.

«Δεν είμαι τόσο ευαίσθητη όσο φαίνομαι, κύριε», απάντησα απολογητικά, προκαλώντας άλλο ένα κύμα γέλιου. 

Με τα χέρια έκανε ελιγμούς με την αναπηρική καρέκλα, με μία αξιοθαύμαστη ικανότητα αιλουροειδούς, η οποία προερχόταν από τα χρόνια συνήθειας, και ήρθε δίπλα μου με απίστευτη ταχύτητα. Τόσο κοντά που καθιστούσε αδύνατη κάθε μου προσπάθεια να σκεφτώ λογικά. Ενστικτωδώς, έκανα ένα βήμα πίσω. Εκείνος προσποιήθηκε ότι δεν πρόσεξε πως μετακινήθηκα και έδειξε τη βιβλιοθήκη στα δεξιά μου. 

«Πάρτε το τέταρτο βιβλίο από τα αριστερά, στο τέταρτο ράφι».

Υπάκουα, έπιασα το βιβλίο που μου υπέδειξε. Ο τίτλος μου ήταν γνωστός, γιατί είχα κάνει μία έρευνα για εκείνον στο διαδίκτυο πριν φύγω, ωστόσο όντως δεν είχα διαβάσει ποτέ κάτι δικό του. Οι ιστορίες τρόμου δεν ήταν το είδος μου, ταίριαζε σε πιο δυνατά στομάχια και όχι τόσο στο δικό μου, που ήταν ευαίσθητο, αφού ήμουν ρομαντική.

«Ζόμπι Που Περπατούν», διάβασα με δυνατή φωνή.

«Είναι το πιο κατάλληλο, για να ξεκινήσετε. Είναι το λιγότερο…πώς να το πω; Το λιγότερο τρομακτικό;» Γέλασε με την καρδιά του, προφανώς για μένα και για τη δυσφορία που, σίγουρα, κρυβόταν με δυσκολία, αφού αναδυόταν από κάθε πόρο του κορμιού μου.

«Γιατί δεν το ξεκινάτε απόψε; Είναι ό,τι πρέπει για να προετοιμαστείτε για την καινούργια σας δουλειά», πρότεινε εκείνος, με μάτια που χαμογελούσαν.

«Εντάξει, θα το κάνω», απάντησα χωρίς ενθουσιασμό.

«Αύριο το πρωί, δεσποινίς Μπρούνο», συγκατένευσε εκείνος, με αέρα που βάρυνε και πάλι. «Να κλειστείτε στο δωμάτιο, δεν θα ήθελα τα πνεύματα του σπιτιού να σας εμφανιστούν, απόψε, ούτε και οποιοδήποτε άλλο τρομακτικό πλάσμα της νύχτας. Ξέρετε πώς πάει…», έκανε μία παύση, ένα βλέμμα ευθυμίας στο κενό των ματιών του. 

«Όπως σας είπα και πριν, είναι δύσκολο να βρεις υπαλλήλους σε αυτά τα μέρη». 

Χαμογέλασα, ελάχιστα πειστικά, εν τέλει. 

«Καληνύχτα, κύριε ΜακΛέιν». Προτού κλείσω την πόρτα, η εξυπνάδα βγήκε από τα χείλη μου, χωρίς να μπορέσω να τη συγκρατήσω. «Δεν πιστεύω στα πνεύματα ούτε στα νυκτόβια πλάσματα».

«Είστε σίγουρη;»

«Δεν υπάρχουν αποδείξεις για την ύπαρξή τους, κύριε», απάντησα, δίνοντάς του, άθελά μου, την ανταπάντηση.

«Ούτε και για το αντίθετο», απάντησε εκείνος. Κύλησε την αναπηρική καρέκλα και επέστρεψε πίσω από το γραφείο του. 

Έκλεισα απαλά την πόρτα, με την ψυχή στο πάτωμα. Ίσως, εκείνος είχε δίκιο και τα ζόμπι να υπήρχαν. Γιατί εκείνη τη στιγμή αισθανόμουν σαν ένα από αυτά. Αισθανόμουν ναυτία, το μυαλό μου είχε σταματήσει, κρεμασμένη στην αβεβαιότητα, όπου δεν ήξερα να διακρίνω την αλήθεια από το ψέμα. Χειρότερο κι από το να μην διακρίνεις τα χρώματα.

Δείπνησα απρόθυμα παρέα με την κυρία ΜακΜίλιαν, με το μυαλό μου αλλού, σε μία άλλη καλύτερη παρέα. Σκεφτόμουν ότι θα το ανακτούσα το επόμενο πρωί, επιστρέφοντας σε εκείνον, εκεί που το άφησα. Κάτι μου έλεγε ότι η καλόπιστη καρδιά μου δεν το είχε εμπιστευθεί σε καλά χέρια.

Από την αποψινή συζήτηση με την οικονόμο, θυμάμαι πολύ λίγα. Μιλούσε μόνη της, ασταμάτητα. Φαινόταν να είναι στον έβδομο ουρανό, που επιτέλους είχε κάποιον να μιλήσει. Ή ακόμα περισσότερο, που είχε κάποιον να την ακούει. Εγώ ήμουν τέλεια σε αυτό. Είχα πολλή ευγένεια για να την διακόψω, πολύ σεβασμό για να φανερώσω την έλλειψη ενδιαφέροντος, πολύ απασχολημένη για να σκεφτώ κάτι άλλο, για να την ενημερώσω ότι είχα ανάγκη να μείνω μόνη. Τόσο πολύ τον σκεφτόμουν.

Στο δωμάτιό μου, μία ώρα αργότερα, καθισμένη βολικά στο κρεβάτι, με το κεφάλι ακουμπισμένο στα μαξιλάρια, άνοιξα το βιβλίο και βυθίστηκα στην ανάγνωση. Στη δεύτερη σελίδα ήμουν ήδη τρομοκρατημένη, με αξιοθρήνητο τρόπο, αν σκεφτεί κανείς ότι ήταν απλώς ένα βιβλίο. 

Παρά το καλό γούστο το οποίο διέθετε θεωρητικά, η ατμόσφαιρα στο δωμάτιο είχε γίνει ασφυκτική και η επιθυμία για μία ανάσα αέρα έγινε επείγουσα. 

Με γυμνά τα πόδια, διέσχισα το δωμάτιο μέσα στο σκοτάδι και άνοιξα διάπλατα το παράθυρο. Κάθισα στο περβάζι και βυθίστηκα στη ζεστή νύχτα της αρχής του καλοκαιριού, με την ησυχία να σπα μόνο από τον ήχο του γρύλου κι από την απάντηση μίας κουκουβάγιας. Ήταν ωραία να είμαι εδώ, έτη φωτός μακριά από την φρενίτιδα του Λονδίνου, από τους πιεστικούς του ρυθμούς, πάντα στα πρόθυρα της υστερίας. Η νύχτα ήταν ένα μαύρο πάπλωμα, εκτός από το λευκό φως μερικών αστεριών εδώ κι εκεί. Μου άρεσε η νύχτα και σκέφτηκα νωθρά ότι απολάμβανα να είμαι ένα πλάσμα της νύχτας.  Το σκοτάδι ήταν ο σύμμαχός μου. Χωρίς φως, όλα είναι μαύρα κι η εκ γενετής ανικανότητά μου να διακρίνω τα χρώματα μίκραινε, έχανε τη σπουδαιότητά της. Το βράδυ τα μάτια μου ήταν πανομοιότυπα με τα μάτια κάποιου άλλου ανθρώπου. Γι’ αυτό, τότε, δεν αισθανόμουν διαφορετική. Μία σίγουρη, στιγμιαία ανακούφιση, μα αναζωογονητική, όπως το νερό πάνω στο ζεσταμένο κορμί. 

Το επόμενο πρωί, ξύπνησα με τον ήχο του ξυπνητηριού κι έμεινα για λίγο στο κρεβάτι, ακίνητη. Μετά από μία αρχική έκπληξη, θυμήθηκα τι είχε συμβεί την προηγούμενη ημέρα και αναγνώρισα το δωμάτιο.

Όταν ντύθηκα, κατέβηκα τις σκάλες, πολύ φοβισμένη από την βαθιά ησυχία γύρω μού. Η θέα της Μίλισεντ ΜακΜίλιαν, χαρούμενη και φλύαρη όπως πάντα, διέλυσε τα σύννεφα και ξανάφερε την ηρεμία στο ταραγμένο μου μυαλό.

«Κοιμηθήκατε καλά, δεσποινίς Μπρούνο;» αναφώνησε.

«Καλύτερα από ποτέ», απάντησα εκπλήσσοντας και τον εαυτό μου από αυτό το νέο. Είχαν περάσει χρόνια που δεν αφηνόμουν τόσο ήσυχα στον ύπνο, με τις αρνητικές σκέψεις να με περιτριγυρίζουν, για τουλάχιστον για μία ώρα. 

«Θέλετε καφέ ή τσάι;» 

«Τσάι, παρακαλώ», την παρακάλεσα, ενώ καθόμουν στο τραπέζι της κουζίνας.

«Παρακαλώ, περάστε στο σαλόνι. Θα σας σερβίρω εκεί».

«Προτιμώ να πάρω πρωινό μαζί σας», είπα πνίγοντας ένα χασμουρητό.

Η γυναίκα φάνηκε δυσαρεστημένη και άρχισε να περιφέρεται στην κουζίνα. Ανέκτησε το φλύαρο στυλ της κι εγώ ήμουν ελεύθερη να σκεφτώ τη Μονίκ. Τι να έκανε εκείνη την ώρα; Θα είχε ετοιμάσει ήδη το πρωινό; Η σκέψη της αδελφής μου επανέφερε το βάρος στις λεπτές μου πλάτες και δέχτηκα με χαρά την άφιξη του φλιτζανιού με το τσάι.

«Ευχαριστώ, κυρία ΜακΜίλιαν». Ρούφηξα με ευχαρίστηση το ζεστό υγρό με το ευχάριστο άρωμα, ενώ η οικονόμος σέρβιρε φρυγανισμένο ψωμί και μία σειρά από μπολ γεμάτα με ελκυστικές μαρμελάδες.

«Πάρτε τη μαρμελάδα από σμέουρα. Είναι ονειρεμένη».

Άπλωσα το χέρι μου προς τον δίσκο, νιώθοντας ένα τσίμπημα στην καρδιά. Η διαφορετικότητά μου επέστρεψε, για να με καλύψει με λάσπη, σκούρα και δύσοσμη. Γιατί σε μένα; Κι υπήρχαν άλλοι στον κόσμο σαν εμένα; Ή ήμουν μία μεμονωμένη ανωμαλία, ένα τερατώδες αστείο της φύσης;

Πήρα τυχαία ένα μπολ, ελπίζοντας η ηλικιωμένη γυναίκα να ήταν τόσο συγκεντρωμένη στο να μιλά, για να αντιληφθεί κάποιο λάθος μου. Οι μαρμελάδες ήταν πέντε, έτσι είχα μία στις πέντε πιθανότητες, δύο στις δέκα και είκοσι στις εκατό, να διαλέξω τη σωστή με την πρώτη προσπάθεια.

Εκείνη βιάστηκε να με διορθώσει, λιγότερο απορροφημένη από ό,τι νόμιζα. «Όχι, δεσποινίς. Αυτή είναι πορτοκάλι». Χαμογέλασε μην έχοντας αντιληφθεί καθόλου την αναστάτωση που μου δημιουργούσε μέσα μου και το μέτωπό μου που είχε γεμίσει ιδρώτα. Μου πέρασε ένα μπολάκι. «Ορίστε, είναι εύκολο να τη μπερδέψεις με τη φράουλα».

Δεν κατάλαβε το πιεσμένο μου χαμόγελο και συνέχισε την αφήγηση των ερωτικών της περιπετειών με έναν νέο από τη Φλωρεντία, που τέλειωσε με εκείνον να την παρατά για κάποια Νοτιαμερικανή. 

Έφαγα απρόθυμα, ακόμα με την ένταση από το προηγούμενο περιστατικό κι έχοντας ήδη μετανιώσει που δεν δέχτηκα την προσφορά να φάω μόνη μου. Αν το είχα κάνει δεν θα υπήρχαν τέτοια προβλήματα. «Να αποφεύγεις τις καταστάσεις όπου υπάρχει επικριτικότητα»: αυτό ήταν το μότο μου. Από πάντα. Δεν έπρεπε να αφήσω την εξαιρετική ατμόσφαιρα εκείνου του σπιτιού να με οδηγήσει σε απερίσκεπτες πράξεις, ξεχνώντας την απαραίτητη προσοχή. Η κυρία ΜακΜίλιαν φαινόταν μία ικανή γυναίκα, έξυπνη και καλοκάγαθη, ωστόσο ήταν πάρα πολύ κουτσομπόλα. Δεν μπορούσα να βασιστώ στη διακριτικότητά της. 

Έκανε μία μικρή παύση, για να πιει το τσάι της, την οποία εκμεταλλεύτηκα για να της κάνω μία ερώτηση: «Δουλεύετε πολλά χρόνια για τον κύριο ΜακΛέιν;»

Εκείνη έλαμψε, ευτυχισμένη που θα μπορούσε να ξεκινήσει την αφήγηση νέων ιστοριών. «Είμαι εδώ 15 χρόνια. Έφτασα, λίγους μήνες μετά από το ατύχημα του κυρίου ΜακΛέιν. Εκείνο όπου…Καταλάβατε. Οι προηγούμενοι υπηρέτες είχαν απολυθεί. Φαίνεται ότι ο κύριος ΜακΛέιν ήταν ένας πολύ πρόσχαρος άντρας, γεμάτος όρεξη για ζωή, πάντα ευχάριστος. Τώρα, δυστυχώς, τα πράγματα άλλαξαν».

«Πώς έγινε; Εννοώ…το ατύχημα; Δηλαδή…συγχωρείστε την αδιακρισία μου, είναι ασυγχώρητη». Δάγκωσα τα χείλη μου, φοβούμενη ότι θα με παρεξηγούσε.

Εκείνη κούνησε το κεφάλι της. «Είναι φυσιολογικό να κάνετε τέτοιες ερωτήσεις, είναι στην ανθρώπινη φύση. Για την ακρίβεια, δεν γνωρίζω πώς συνέβη. Στο χωριό μου είπαν ότι ο κύριος ΜακΛέιν θα παντρευόταν μία μέρα μετά το αυτοκινητιστικό ατύχημα και αυτό δεν έγινε ποτέ. Κάποιοι λένε ότι ήταν μεθυσμένος, αλλά κατά την άποψή μου, αυτές οι πληροφορίες είναι ανυπόστατες. Εκείνο που ξέρω σίγουρα είναι ότι κατέληξε να βγει από το δρόμο, για να αποφύγει ένα παιδί».  

Η περιέργειά μου αναζοπυρώθηκε, τροφοδοτούμενη από τις λέξεις της. «Ένα παιδί; Διάβασα στο ιντερνέτ ότι το ατύχημα έγινε βράδυ».

Εκείνη σήκωσε τους ώμους. «Όντως, φαίνεται ότι ήταν ο γιος του φαρμακοποιού. Το είχε σκάσει από το σπίτι γιατί είχε στο μυαλό του να μπει στην ομάδα του τσίρκου, που έκανε περιοδεία στην περιοχή.»

Αναλογίστηκα την είδηση. Εξηγούσε τις ξαφνικές αλλαγές διάθεσης του κυρίου ΜακΛέιν, τη συνεχή κακοδιαθεσία του, τη δυστυχία. Πώς να μην τον καταλάβω; Ο κόσμος του είχε καταρρεύσει, είχε γίνει κομμάτια, από ένα ολέθριο πεπρωμένο. Ένας άνδρας νέος, πλούσιος και όμορφος, επιτυχημένος συγγραφέας , έτοιμος να πραγματοποιήσει το όνειρο της αγάπης του…Και στο διάστημα λίγων δευτερολέπτων χάνει μεγάλο μέρος από όσα είχε. Εγώ δεν είχα ζήσει ποτέ μία τέτοια ατυχία. Μπορούσα μόνο να το φανταστώ. Δεν μπορείς να χάσεις κάτι που δεν έχεις. Η μόνη μου παρέα ήταν πάντα το Τίποτα. 

Μία γρήγορη ματιά στο ρολόι χειρός, μου επιβεβαίωσε ότι ήταν ώρα να πηγαίνω. Η πρώτη μου μέρα στη δουλειά. Η καρδιά μου επιτάχυνε και σε μία αναλαμπή, αναρωτήθηκα αν αυτό οφειλόταν στη νέα μου δουλειά ή στον μυστηριώδη ιδιοκτήτη εκείνου του σπιτιού.

Ανέβηκα δύο-δύο τα σκαλιά, με τον παράλογο φόβο ότι θα αργήσω να φτάσω. Στο διάδρομο συνάντησα τον Κάιλ, τον νοσοκόμο για όλες τις δουλειές. «Καλημέρα».

Επιβράδυνα, ντροπιασμένη για τη βιασύνη μου. Θα του φάνηκα ανασφαλής ή, ακόμη χειρότερα, τρελή. 

«Καλημέρα».

«Η δεσποινίς Μπρούνο, σωστά; Να σας μιλώ στον ενικό; Βασικά είμαστε στο ίδιο «πλοίο», στη δούλεψη ενός παράφρονα». H άξεστη και άσχημη χυδαιότητα των λόγων του με άφησε κατάπληκτη.

«Το ξέρω, δείχνω ασέβεια απέναντι στον εργοδότη μου κτλ. κτλ. Σύντομα, θα μάθεις να με δικαιολογείς. Πώς σε λένε;»

«Μελισσάνθη». 

Έκανε μία αδέξια υπόκλιση. «Χαίρομαι που σας γνωρίζω, Μελισσάνθη με τα κόκκινα μαλλιά. Το όνομά σου είναι, πραγματικά, παράξενο, δεν είναι σκωτσέζικο…Αν κι εσύ μοιάζεις πιο πολύ να είσαι από τη Σκωτία, σε σχέση με μένα».

Χαμογέλασα, καθαρά από ευγένεια, και προσπάθησα να ξεφύγω, φοβούμενη ακόμη ότι θα αργήσω. Αλλά εκείνος μου έκοψε το δρόμο, δυνατός, με τα πόδια ανοικτά, στο κεφαλόσκαλο. Ήταν η έγκαιρη παρέμβαση ενός τρίτου προσώπου, που ξετύλιξε το κουβάρι.

«Δεσποινίς Μπρούνο! Δεν ανέχομαι την αργοπορία!». Η φωνή ανήκε, αναμφίβολα, στον καινούργιο μου εργοδότη και έκανε να σηκωθούν οι τρίχες στο σβέρκο μου.

Ο Κάιλ μετακινήθηκε αμέσως, επιτρέποντάς μου να περάσω. «Τις ευχές μου, Μελισσάνθη με τα κόκκινα μαλλιά. Θα τις χρειαστείς». 

Του έριξα μία έντονη ματιά κι έτρεξα προς την πόρτα, στο βάθος του διαδρόμου. Ήταν μισάνοιχτη κι ένας δακτύλιος καπνού έβγαινε από μέσα.

Ο Σεμπάστιαν ΜακΛέιν ήταν καθισμένος πίσω από το γραφείο του, όπως την προηγούμενη μέρα, με ένα τσιγάρο ανάμεσα στα δάχτυλα, με πρόσωπο βλοσυρό.

«Κλείστε την πόρτα, σας παρακαλώ. Και, μετά, ελάτε να καθίσετε. Χάσαμε αρκετό χρόνο, όσο εσείς γνωριζόσαστε με το υπόλοιπο προσωπικό». Ο τόνος του ήταν οξύς, προσβλητικός. 

Μία επαναστατική τάση με ώθησε να απαντήσω, ένα τρομαγμένο πρόβατο, μπροστά στο τσεκούρι. 

«Ήταν, απλώς, φυσιολογική ευγένεια. Ή θα προτιμούσατε, ίσως, μία γραμματέα χωρίς τρόπους. Σε αυτή την περίπτωση, μπορώ και να φύγω. Αμέσως».

Η αυθόρμητη απάντησή μου τον έπιασε απροετοίμαστο. Το βλέμμα του  έλαμψε από την έκπληξη, ίσως την ίδια που απέπνεα κι εγώ. Ποτέ δεν ήμουν αναιδής. 

«Κι εγώ που σας είχα βάλει την ετικέτα, ως ‘σκυλί που δεν δαγκώνει’….Βιάστηκα…Βιάστηκα, πραγματικά».

Κάθισα μπροστά του, τα πόδια μου δεν τα αισθανόμουν πια, μετανιωμένη για την ξαφνική μου ειλικρίνεια. Και φοβισμένη για τις ενδεχόμενες εκρηκτικές συνέπειες.

Ο εργοδότης μου δεν φαινόταν να έχει προσβληθεί, όμως. Χαμογελούσε. «Ποιος είναι το μικρό σας όνομα, δεσποινίς Μπρούνο;»

«Μελισσάνθη», απάντηση μηχανικά.

«Από τον Ντεμπισί, φαντάζομαι. Οι γονείς σας είχαν πάθος με τη μουσική. Μήπως ήταν μουσικοί;» 

«Ο πατέρας μου ήταν ανθρακωρύχος», ομολόγησα επιφυλακτικά.

«Μελισσάνθη… βαρύγδουπο όνομα για την κόρη ενός ανθρακωρύχου», παρατήρησε, με τη φωνή του να δονείται από ένα γέλιο που συγκρατούσε. Με κορόιδευε  και, παρά τις προθέσεις της προηγούμενης μέρας, δεν ήμουν σίγουρη ότι ήθελα να τον αφήσω. Αλλιώς, θα γινόταν η αγαπημένη του συνήθεια.

Ίσιωσα την πλάτη μου, προσπαθώντας να ανακτήσω τη χαμένη μου ψυχραιμία. «Και το Σεμπάστιαν γιατί; Ίσως από τον Άγιο Σεβαστιανό; Πραγματικά, ακατάλληλη επιλογή».

Εκείνος δέχτηκε το χτύπημα και, για μία στιγμή, ζάρωσε τη μύτη του. «Μπήγετε βαθιά τα νύχια, Μελισσάνθη Μπρούνο. Δεν είμαι σε πόλεμο μαζί σου. Αν ήμουν, δεν θα είχες ελπίδες να κερδίσεις. Ποτέ. Ούτε στα πιο τρελά σου όνειρα». 

«Ποτέ δεν βλέπω όνειρα, κύριε», απάντησα όσο πιο αξιοπρεπώς μπορούσα.

Εκείνος φάνηκε να ταράζεται από την απάντησή μου, που έσφυζε από ειλικρίνεια. «Τότε, είστε τυχερή. Τα όνειρα είναι πάντα μία απάτη. Αν είναι εφιάλτες, διαταράσσουν τον ύπνο σου. Αν είναι ωραία, όταν ξυπνάς η πίκρα είναι διπλή. Τελικά, καλύτερα να μην ονειρεύεται κανείς». Τα μάτια του δεν έφευγαν από πάνω μου, σαν να με υπνώτιζε. «Είσαι ενδιαφέρουσα προσωπικότητα, Μελισσάνθη. Σπίνος, αλλά διασκεδαστική», πρόσθεσε τραγουδιστά.

«Πού όμως έχεις τη χαρά να έχεις τα απαιτούμενα προσόντα, για αυτή τη δουλειά», σχολίασε ειρωνικά..

Βασάνιζα το εσωτερικό των χειλιών μου με τα δόντια μου, παρασυρμένη και πάλι από τη μεταμέλεια. Τι μου συνέβαινε; Δεν είχα αντιδράσει ποτέ με τόσο άθλιο αυθορμητισμό. Θα έπρεπε να το περιορίσω, προτού χάσω εντελώς τον έλεγχο. 

Το χαμόγελό του, τώρα, έφτανε ως τα αυτιά του, διασκεδάζοντας όσο δεν πήγαινε. «Όντως, τα έχεις. Είμαι σίγουρος ότι θα τα πάμε καλά. Μία γραμματέας που δεν ονειρεύεται, όπως και το αφεντικό της. Υπάρχει μία εκλεκτική συνάφεια μεταξύ μας, Μελισσάνθη. Ψυχική, κατά μία έννοια. Σαν κάποιος από εμάς να μην είχε πια ψυχή και, μάλιστα, εδώ και καιρό…»

Προτού μπορέσω να ερμηνεύσω τα σκοτεινά του λόγια, σοβαρεύτηκε, τα μάτια του έγιναν και πάλι ψυχρά, απόμακρά, χωρίς ζωή.

«Πρέπει να στείλεις με φαξ στον εκδότη μου τα πρώτα κεφάλαια του βιβλίου μου. Ξέρεις πώς να το κάνεις;»

Συγκατένευσα και με πόνο διαπίστωσα ότι ήδη μου έλειπε η λεκτική μας μονομαχία. Θα ήθελα να κρατήσει για πάντα. Με είχε τραβήξει εκείνη η ανταλλαγή λόγων, σαν μία μαγική πηγή, γεμίζοντάς με ορμητική ζωντάνια, με μία ενέργεια που για μένα δεν είχε προηγούμενο.

Οι επόμενες δύο ώρες πέταξαν. Έστειλα διάφορα φαξ, άνοιξα την αλληλογραφία, έγραψα γράμματα απόρριψης σε διάφορες προσκλήσεις και τακτοποίησα το γραφείο. Εκείνος, σιωπηλός, έγραφε στον υπολογιστή, με το μέτωπο συνοφρυωμένο, τα χείλη ίσια, τα χέρια λευκά και λεπτά πέταγαν πάνω στο πληκτρολόγιο. Περίπου στην ώρα του μεσημεριανού, ξαναζήτησε την προσοχή μου, με μία κίνηση του χεριού του. 

«Μπορείς να κάνεις διάλειμμα, Μελισσάνθη. Ίσως να φας κάτι, να κάνεις έναν περίπατο».

«Σας ευχαριστώ, κύριε».

«Άρχισες να διαβάζεις το βιβλίο μου που σου έδωσα;» Το βλέμμα του ακόμη απόμακρο, ακίνητο, ωστόσο είδα μία λάμψη καλής διάθεσης, μέσα σε εκείνα τα μαύρα μάτια. 

«Είχατε δίκιο, κύριε. Δεν είναι ακριβώς το είδος μου;» ομολόγησα με κάθε ειλικρίνεια.

Τα χείλη του έγειραν ελαφρά, σε ένα λοξό χαμόγελο, που ήταν σε θέση να τρυπήσει την πανοπλία της άμυνάς μου. Πανοπλία που θεωρούσα πιο δυνατή κι από ατσάλι.

«Δεν είχα αμφιβολία. Στοιχηματίζω ότι είσαι πιο πολύ ο τύπος του Ρωμαίου και της Ιουλιέτας». Δεν υπήρχε ειρωνεία στη φωνή του, απλά περιοριζόταν στο να κάνει μία διαπίστωση. 

«Όχι, κύριε». Το να αντικρούσω μου φαινόταν φυσιολογικό, σαν να γνωριζόμαστε από πάντα και να μου επιτρεπόταν να είμαι ο εαυτός μου, εξ ολοκλήρου, χωρίς υπεκφυγές και προσωπεία. «Εγώ αγαπώ μόνο της ιστορίες με καλό τέλος. Η ζωή είναι πολύ πικρή, για να ενισχύω τη δόση με ένα βιβλίο. Εφόσον δεν ονειρεύομαι τη νύχτα, θέλω να το κάνω τουλάχιστον την ημέρα. Αν δεν μου επιτρέπεται να ονειρεύομαι στη ζωή, θέλω τουλάχιστον να το κάνω με ένα βιβλίο».

Σκέφτηκα προσεκτικά τα λόγια μου, τόσο πολύ που σκέφτηκα ότι δεν θα μου απαντούσε. Όταν ετοιμαζόμουν να τον χαιρετίσω με σταμάτησε. 

«Σου εξήγησε η κυρία ΜακΜίλιαν, το όνομα αυτού του σπιτιού;»

«Πρέπει να το έκανε», παραδέχτηκα μισοχαμογελώντας. «Όμως φοβάμαι ότι άκουσα μόνο τα μισά».

«Μπράβο σου, εγώ χάνομαι μετά την 10η λέξη», συμπλήρωσε χωρίς ειρωνεία. «Ποτέ δεν είχα το πνεύμα της αυτοθυσίας. Είμαι εγωιστής, πάει και τελείωσε».

«Κάποιες φορές, χρειάζεται να είσαι», είπα χωρίς να το σκεφτώ. «Αλλιώς θα σε συνθλίψουν οι προσδοκίες των άλλων. Και θα καταλήξεις να ζεις μία ζωή που δεν είναι δική σου, αλλά μία ζωή που οι άλλοι επέλεξαν για σένα».

«Πολύ σοφή, Μελισσάνθη Μπρούνο. Έχεις βρει, μόλις στα 22 σου χρόνια, το κλειδί της πνευματικής ηρεμίας. Δεν το καταφέρνουν όλοι». 

«Ηρεμία;», επανέλαβα με πικρία. «Όχι. Η σοφία της κατανόησης κάποιου πράγματος δεν υπονοεί, απαραίτητα, ότι το αποδέχεσαι. Η σοφία γεννιέται στο μυαλό, η ψυχή ακολουθεί τα δικά της μονοπάτια, που είναι ανεξάρτητα κι επικίνδυνα. Και έχει την τάση να κάνει θανάσιμες παρακάμψεις».

Εκείνος μετακίνησε την αναπηρική καρέκλα, φέρνοντάς την στη δική μου πλευρά του γραφείου, με μάτια διαπεραστικά. «Λοιπόν; Έχεις περιέργεια να μάθεις την αιτία του ονόματος Midnight Rose; Ή όχι;»

«Ρόδο του μεσονυχτίου», μετέφρασα, παλεύοντας το συναίσθημα του να τον έχω τόσο κοντά. Απέφευγα εδώ και καιρό την ανδρική παρέα, από την ημέρα του πρώτου και τελευταίου μου ραντεβού. Ήταν τόσο καταστροφικό που με σημάδεψε για πάντα. 

«Ακριβώς. Σε αυτή την περιοχή υπάρχει ένας θρύλος αιώνων, ίσως και χιλιετιών, σύμφωνα με τον οποίο αν βοηθήσεις να ανθήσει ένα ρόδο του μεσονυχτίου, η πιο μεγάλη κρυφή σου επιθυμία θα πραγματοποιηθεί με τρόπο μαγικό. Ακόμη κι αν είναι κάποια επιθυμία σκοτεινή και κακοπροαίρετη».

Έσφιξα τα χέρια μου σε γροθιές, σαν να με προκαλούσε με το βλέμμα.

«Αν μία επιθυμία έχει ως σκοπό να μας κάνει ευτυχισμένους, δεν είναι ποτέ σκοτεινή και κακοπροαίρετη», είπα με ηρεμία.

Εκείνος με κοιτούσε επίμονα και με προσοχή, σαν να μην πίστευε στα μάτια του. Ξέσπασε σε ένα γέλιο, σχεδόν δαιμονικό. Για μία στιγμή, ανατρίχιασε όλη μου η πλάτη.

«Πολύ σοφή, Μελισσάνθη Μπρούνο. Σε παραδέχομαι. Λέξεις σκανδαλώδεις, από μία κοπέλα που δεν θα σκότωνε κουνούπι, χωρίς να κλάψει». 

«Ίσως, μία μύγα. Με τα κουνούπια δεν έχω πρόβλημα», απάντησα λακωνικά.

Και πάλι με κοίταξε προσεκτικά, με μία μακρινή φλόγα έτοιμη να ζεστάνει τη φλόγα εκείνων των σκούρων ματιών. «Πόσες πολύτιμες πληροφορίες για σένα, δεσποινίς Μπρούνο. Έχω ανακαλύψει, μέσα σε λίγες ώρες, ότι είσαι η κόρη ενός πρώην ανθρακωρύχου που είχε πάθος με τον Ντεμπισί, ότι δεν μπορείς να δεις όνειρα και μισείς τα κουνούπια. Γιατί όμως, αναρωτιέμαι. Τι σου έχουν κάνει αυτά τα καημένα τα πλάσματα;» Ο χλευασμός ήταν προφανής στη φωνή του.

«Σιγά τα καημένα», απάντησα ετοιμόλογα. «Παράσιτα είναι, τρέφονται από το αίμα των άλλων. Είναι άχρηστα έντομα. Αντίθετα, οι μέλισσες είναι πολύ συμπαθητικές, όπως οι μύγες».

Χτύπησε το χέρι του στο πόδι του και ξέσπασε σε γέλια. «Συμπαθητικές οι μύγες; Είσαι παράξενη, Μελισσάνθη. Και πολύ, πάρα πολύ διασκεδαστική».

Πιο ιδιότροπη κι από τον καιρό του Μαρτίου, η διάθεσή του άλλαζε απότομα. Το γέλιο του έσβησε στη στιγμή και γύρισε να με κοιτάξει. «Τα κουνούπια ρουφούν το αίμα γιατί δεν έχουν άλλη επιλογή, αγαπητή μου. Είναι η μόνη πηγή συντήρησής τους, δεν μπορείς να τα κατηγορήσεις. Έχουν εκλεπτυσμένα γούστα, εν αντιθέσει με τις πολύφημες μύγες, που συνηθίζουν να τσαλαβουτούν μέσα στα περιττώματα των ανθρώπων».

Κοίταξα τα γεμάτα με χαρτιά ράφια του γραφείου του, νιώθοντας άβολα κάτω από τα ψυχρά μάτια του». 

«Τι θα έκανες στη θέση των κουνουπιών, Μελισσάνθη; Θα αρνιόσουν να τραφείς; Θα πέθαινες από την πείνα για να μην σου βάλουν την ταμπέλα του παράσιτου;» ο τόνος του ήταν πιεστικός, σαν να απαιτούσε μία απάντηση.

Το ευχαριστιόμουν. «Ίσως όχι. Ωστόσο, δεν είμαι σίγουρη. Θα πρέπει να έρθω στη θέση του κουνουπιού, για να σιγουρευτώ. Θέλω να πιστεύω ότι θα μπορούσα να βρω εναλλακτική». Κράτησα το βλέμμα μου μακριά από εκείνον.

«Δεν υπάρχουν πάντα εναλλακτικές, Μελισσάνθη». Για μία στιγμή, η φωνή του έτρεμε, υπό το βάρος κάποιας ταλαιπωρίας για την οποία δεν είχα ιδέα και με την οποία πάλευε κάθε μέρα, εδώ και 15 μακρά χρόνια. «Θα τα πούμε στις δύο, δεσποινίς Μπρούνο. Να είστε στην ώρα σας».

Όταν κοίταξα προς το μέρος του, εκείνος ήδη κυλούσε την αναπηρική καρέκλα, κρύβοντας το πρόσωπό του. 

Η αίσθηση ότι είχα κάνει κάποια γκάφα μου μάγκωσε την καρδιά σαν μέγγενη, όμως δεν μπορούσα να επανορθώσω με κάποιο τρόπο. 

Άφησα σιωπηλή το δωμάτιο.

Τρίτο κεφάλαιο

Στις δύο, ακριβώς, παρουσιάστηκα στο γραφείο. Ο Κάιλ έβγαινε από εκεί, με άλλον έναν δίσκο στα χέρια, με τον αέρα κάποιου που ήθελε να τα παρατήσει όλα και να μεταφερθεί στην άλλη άκρη του κόσμου.

«Έχει κάκιστη διάθεση και δεν θέλει να φάει τίποτα», μουρμούρισε.

Η σκέψη ότι, άθελά μου, εγώ ήμουν η αιτία της ψυχικής του κατάστασης με χτύπησε βαθιά, σε κάθε κομμάτι της ύπαρξής μου, σε κάθε μου κύτταρο. Δεν είχα κάνει ποτέ κακό σε κανέναν, περπατούσα πάντα στις μύτες για να μην ενοχλώ, προσέχοντας κάθε λέξη για να μην πληγώσω. 

Πέρασα το κατώφλι, με το ένα χέρι ακουμπισμένο στο χερούλι της πόρτας, που την είχε αφήσει ανοικτή ο Κάιλ. Με την είσοδό μου, τα μάτια του σηκώθηκαν. «Α, εσείς είστε. Μπείτε, δεσποινίς Μπρούνο. Κινηθείτε, σας παρακαλώ».

Δεν έχασα χρόνο να υπακούσω. 

Έσπρωξε πάνω στο γραφείο κάποια χαρτιά, καλυμμένα από έναν λεπτή ανδρική καλλιγραφία. «Στείλτε αυτά. Το ένα στον διευθυντή της τραπέζης μου και το άλλο στις διευθύνσεις που γράφει στο κάτω μέρος». 

«Αμέσως, κύριε ΜακΛέιν», απάντησα με σεβασμό.

Όταν σήκωσα τα μάτια, είδα με χαρά ότι το βλέμμα του είχε γίνει και πάλι χαμογελαστό. 

«Πολύ επισημότητα, δεσποινίς Μπρούνο. Δεν υπάρχει βιασύνη. Δεν είναι τόσο σημαντικά γράμματα. Δεν είναι ζήτημα ζωής και θανάτου. Είμαι ένας ζωντανός-νεκρός, εδώ και πολλά χρόνια τώρα». 

Παρά τη σκληρότητα της δήλωσής του, φαινόταν να έχει και πάλι καλή διάθεση. Το χαμόγελό του ήταν μεταδοτικό και μου ζέστανε την καρδιά αναστατώνοντάς την. Ευτυχώς, δεν έμεινε σκυθρωπός για πολύ ώρα, αν και η οργή του ήταν ανησυχητική και βίαιη.

«Ξέρετε να οδηγείτε, Μελισσάνθη; Πρέπει να σας στείλω να πάρετε κάποια βιβλία από την τοπική βιβλιοθήκη. Ξέρετε, για έρευνα». Το χαμόγελο αντικαταστάθηκε από έναν μορφασμό. «Φυσικά, δεν μπορώ να πάω εγώ», πρόσθεσε, ως εξήγηση.

Ντροπιασμένη, έστριψα με δύναμη τα χαρτιά στα χέρια μου, κινδυνεύοντας να τα σκίσω. «Δεν έχω δίπλωμα, κύριε», απολογήθηκα.

Η έκπληξη αλλοίωσε τα τόσο όμορφα χαρακτηριστικά του. «Θεωρούσα ότι οι νεολαία βιαζόταν να μεγαλώσει μόνο και μόνο για να έχει το δικαίωμα να οδηγεί. Τόσο, που το κάνουν και νωρίτερα, στα κρυφά».

«Εγώ είμαι διαφορετική, κύριε», είπα λακωνικά. Και, όντως, ήμουν. Τόσο ξένη, μέσα στη διαφορετικότητά μου.

Με κοίταξε διερευνητικά με εκείνα τα μαύρα μάτια του, πιο διαπεραστικά κι από ραντάρ. Ανεχόμουν το βλέμμα του, ψάχνοντας για μία αποδεκτή δικαιολογία.

«Φοβάμαι την οδήγηση και με αυτή την προϋπόθεση, θα κατέληγα να προκαλέσω την καταστροφή», εξήγησα βιαστικά, ισιώνοντας το τσαλάκωμα στα χαρτιά, το οποίο εγώ η ίδια είχα προκαλέσει.

«Μετά από τόση ειλικρίνεια από μεριάς σας, μυρίζομαι ψέματα», είπε τραγουδιστά.

«Αλήθεια είναι. Πραγματικά, θα μπορούσα…». Έχασα τη φωνή μου για μία μακρά στιγμή και μετά την ανέκτησα. «Πραγματικά, θα μπορούσα να σκοτώσω κάποιον».

«Ο θάνατος είναι το μικρότερο κακό», μουρμούρισε. Χαμήλωσε τα μάτια του στα πόδια του κι έσφιξε τα δόντια.

Με έβριζα νοερά. Για άλλη μία φορά. Ήμουν πραγματικός ταραχοποιός, ακόμη και χωρίς τιμόνι στα χέρια μου. Ένας δημόσιος κίνδυνος, ασυγχώρητος, αναίσθητος, ικανός μόνο και μόνο να κάνει γκάφες.

«Μήπως σας πρόσβαλα, κύριε ΜακΛέιν;». Η αγωνία μου διέρρεε από την ερώτησή μου και τον ξύπνησα από τον λήθαργό του.

«Μελισσάνθη Μπρούνο, μία νέα γυναίκα, που ήρθε ποιος ξέρει από πού, παράξενη και διασκεδαστική σαν κινούμενο σχέδιο…Πώς μπορεί αυτή η κοπέλα να προσβάλει τον μεγάλο συγγραφέα βιβλίων τρόμου, τον σατανικό και διεστραμμένο Σεμπάστιαν ΜακΛέιν;» Η φωνή του ήταν άχρωμη, σε αντίθεση με τη σκληρότητα των φράσεών του.

Έσφιξα τα χέρια μου, αγχωμένη, όπως στην πρώτη συνάντηση. «Έχετε δίκιο, κύριε. Δεν είμαι τίποτα. Και…»

Τα μάτια του μίκρυναν με κακία. «Κι όμως. Δεν είναι έτσι. Είστε η Μελισσάνθη Μπρούνο. Άρα είστε κάποια. Μην επιτρέπετε σε κανέναν να σας ντροπιάζει, ούτε κι εμένα». 

«Πρέπει να μάθω να σιωπώ. Προτού έρθω σε αυτό το σπίτι, τα κατάφερνα μία χαρά», μουρμούρισα συντετριμμένη, με σκυμμένο το κεφάλι.

«Το Midnight Rose έχει τη δυνατότητα να βγάζει το χειρότερο εαυτό σας, Μελισσάνθη Μπρούνο; Ή ο υποφαινόμενος έχει αυτή τη φοβερή ιδιότητα;» Μου απηύθυνε ένα καλοσυνάτο χαμόγελo με τη μεγαλοψυχία του κυρίαρχου.

Αποδέχτηκα σιωπηλά εκείνη την πρόταση ειρήνης και κατάφερα να χαμογελάσω. «Πιστεύω ότι εξαρτάται από εσάς, κύριε», αποκάλυψα χαμηλόφωνα, σαν να εξομολογούμουν μία μεγάλη αμαρτία.

«Ήξερα ήδη ότι ήμουν δαιμόνιος», είπε σοβαρά. «Αλλά ως αυτό το σημείο; Με αφήνετε χωρίς λόγια…»

«Αν θέλετε, σας δίνω το λεξικό», είπα χαμογελώντας. Η ατμόσφαιρα ήταν ευχάριστη, έτσι ένιωθε κι η καρδιά μου. 

«Πιστεύω ότι το πραγματικό διαβολάκι είστε εσείς, Μελισσάνθη Μπρούνο», συνέχισε να με πειράζει. «Είστε ο Σατανάς προσωποποιημένος που ήρθε για να ταράξει την ηρεμία μου».

«Ηρεμία; Είστε σίγουρος ότι δεν μπερδεύεστε με τη λέξη ‘φασαρία’;» αστειεύτηκα.

«Αν ήταν έτσι, με εσάς εδώ, δεν θα την ξαναείχα ποτέ, αυτό είναι σίγουρο. Ίσως, με αυτό το ρυθμό, θα καταλήξω να τη νοσταλγώ», απάντησε με έμφαση.

Γελούσαμε κι οι δύο, με κύματα της ίδιας διάρκειας, όταν κάποιος χτύπησε την πόρτα. Τρεις φορές.

«Η κυρία ΜακΜίλιαν», είπε εκείνος, χωρίς να πάρει το βλέμμα του από το πρόσωπό μου.

Εγώ πήγα, απρόθυμα, να φέρω την οικονόμο. 

«Ήρθε ο γιατρός Μάκιντος, κύριε», είπε η καλή γυναίκα, με μία ιδέα ανησυχίας στη φωνή της. 

Ο συγγραφέας σκοτείνιασε, στη στιγμή. «Είναι κιόλας Τρίτη;»

«Βέβαια, κύριε. Θέλετε να τον συνοδεύσω στο δωμάτιό σας,» ρώτησε εκείνη, καλοσυνάτα.

«Εντάξει. Φώναξε τον Κάιλ», διέταξε εκείνος, με τόνο ξερό σαν εκατό κιλά σκόνη. Απευθύνθηκε. «Τα λέμε μετά, δεσποινίς Μπρούνο».

Ακολούθησα την οικονόμο στις σκάλες. Εκείνη απάντησε στην ερώτηση που δεν εξέφρασα. «Ο Δρ Μάκιντος είναι ο τοπικός γιατρός. Κάθε Τρίτη έρχεται να επισκεφθεί τον κύριο ΜακΛέιν. Εκτός από την παράλυση, είναι υγιής σαν ταύρος, αλλά είναι μία συνήθεια και μία προφύλαξη».

«Η…» Δίστασα, αναποφάσιστη ως προς την επιλογή των λέξεων. «…κατάστασή του είναι μη αναστρέψιμη;»

«Δυστυχώς ναι, δεν υπάρχουν ελπίδες», ήταν η λυπηρή επιβεβαίωσή της.

Στο τέλος της σκάλας περίμενε ένας άντρας, κουνώντας την βαλίτσα με τα εργαλεία. 

«Λοιπόν, Μίλισεντ; Είχε ξεχάσει πάλι την επίσκεψη;» Ο άνδρας έστρεψε σε μένα το βλέμμα, ψάχνοντας την ιδιότητά μου. «Εσείς είστε η καινούργια γραμματέας; Θα πέσει σε εσάς το βάρος να θυμάστε τα επόμενα ραντεβού. Κάθε Τρίτη, στις 3 το μεσημέρι». Μου έτεινε το χέρι, με ένα φιλικό χαμόγελο. «Είμαι ο τοπικός γιατρός. Τζον Μάκιντος».

Ήταν ένας άνδρας ψηλός, σχεδόν όσο κι ο Κάιλ, αλλά πιο μεγάλος σε ηλικία, κάπου μεταξύ 60 και 70 ετών. 

«Κι εγώ είμαι η Μελισσάνθη Μπρούνο», είπα σφίγγοντάς του το χέρι. 

 «Εξωτικό όνομα για μία ομορφιά αντάξια των γυναικών της Σκωτίας». Ο θαυμασμός στο βλέμμα του ήταν έκδηλος. Τα χαμόγελα είχαν ευγνωμωσύνη. Προτού φτάσω σε αυτό το χωριό, που ούτε ο χάρτης δεν το έχει, θεωρούμουν γλυκιά, κάτι παραπάνω από χαριτωμένη, τις πιο πολλές φορές αποδεκτή. Ποτέ όμορφή.

Η κυρία ΜακΜίλιαν έλαμψε με αυτό το κομπλιμέντο, σαν να ήταν η μητέρα μου κι εγώ η κόρη που θα παντρευόταν. Ευτυχώς, ο γιατρός ήταν ηλικιωμένος και παντρεμένος, κρίνοντας από την παχιά βέρα που φορούσε στον παράμεσο, αλλιώς θα αφοσιωνόταν στο να κάνει έναν όμορφο γάμο, στο ειδυλλιακό τοπίο του Midnight Rose.

Αφού τον συνόδευσε πάνω, γύρισε σε μένα, με μία άτακτη έκφραση στο λεπτό της πρόσωπο. «Κρίμα που είναι παντρεμένος. Θα ήταν θαυμάσιο ταίρι για εσάς».

Κρίμα που είναι γέρος, θα μου άρεσε να προσθέσω. Σιώπησα εγκαίρως, ώστε να θυμηθώ ότι η ΜακΜίλιαν ήταν τουλάχιστον 50 ετών και ίσως έβρισκε τον γιατρό ελκυστικό και ποθητό.

«Δεν ψάχνω για αρραβωνιαστικό», της θύμισα σταθερά. «Ελπίζω να μην να μου φορτώσετε και τον Κάιλ».

Εκείνη αρνήθηκε με το κεφάλι. «Κι αυτός είναι παντρεμένος. Δηλαδή…Σε διαστάση, κάτι σπάνιο σε αυτά τα μέρη. Έχει κάτι το παράξενο και το ανήθικο».

Ήμουν έτοιμη να απαντήσω ότι ο οποιοσδήποτε θα έπρεπε να αρέσει πρώτα σε μένα, αλλά σταμάτησα. Κυρίως, γιατί ο Κάιλ δεν άρεσε ούτε σε μένα. Δεν ήταν ακριβώς ο τύπος του άντρα που θα μου άρεσε να ονειρεύομαι, αν μπορούσα να ονειρευτώ. Δεν ήμουν άδικη. Η αλήθεια ήταν ότι, αφότου γνώρισα τον αινιγματικό και πολύπλοκο Σεμπάστιαν ΜακΛέιν, ήταν δύσκολο να βρω κάποιον που να τον φτάνει. Μου τα έψαλα για τη χαζομάρα. Αξιοθρήνητο και κοινότυπο να πέσω στα απλωμένα δίχτυα του όμορφου συγγραφέα. Εκείνος ήταν, απλώς ,ο εργοδότης μου κι εγώ δεν ήθελα να καταλήξω όπως εκατομμύρια άλλες γραμματείς ερωτευμένες, χωρίς ελπίδα, με το αφεντικό τους. Είτε με είτε χωρίς αναπηρική καρέκλα, ο Σεμπάστιαν ΜακΛέιν ήταν εκτός απρόσιτος για μένα. 

Ασυζητητί.

«Πάω επάνω», είπα. «Συνήθως πόσο κρατούν οι επισκέψεις;»

Η οικονόμος χαμογέλασε ευχάριστα. «Περισσότερο από όσο μπορεί να αντέξει ο κύριος ΜακΛέιν». Άρχισε μία σειρά αφηγήσεων με θέμα τις ιατρικές επισκέψεις. Εγώ τη σταμάτησα στα κρυφά, με την βαθιά πεποίθηση ότι, αν δεν το έκανα εγκαίρως, την επόμενη Τρίτη θα βρισκόμουν ακόμη εκεί, ακούγοντας χωρίς διακοπές.

Ήμουν στο κεφαλόσκαλο όταν, ξαφνικά, ο Κάιλ ξεπρόβαλε μέσα από ένα υπνοδωμάτιο. Μου φάνηκε ότι ήταν το δωμάτιο του κοινού μας εργοδότη.

Μου έγνεψε και μου έκλεισε το μάτι με αυτοπεποίθηση. Εγώ παρέμεινα στη θέση μου, ώστε να μην του δώσω δικαίωμα. «Είχε δίκιο η κυρία ΜακΜίλιαν», σκέφτηκα ενώ με πλησίαζε. Μέσα του υπήρχε κάτι βαθιά διαταραγμένο. 

«Κάθε Τρίτη, η ίδια ιστορία. Θα ήθελα να σταματούσε ο Μάκιντος αυτές τις ανούσιες επισκέψεις. Το αποτέλεσμα είναι πάντα το ίδιο. Μόλις φύγει, εγώ θα υποστώ την κακή διάθεσή του ασθενούς του». Το χαμόγελό του μεγάλωσε. «Κι εσύ».

Με έπιασε από τους ώμους. «Είναι η δουλειά μας, σωστά; Δεν πληρωνόμαστε γι’αυτό;»

«Ίσως, όχι αρκετά. Είναι, πραγματικά, ανυπόφορος». Ο τόνος του ήταν πολύ αγενής ώστε να με εκπλήξει. Δεν ήμουν σίγουρη αν ήταν η τυπική ειλικρίνεια των κατοίκων του χωριού, αυθεντικοί μέσα στις στυγνές κρίσεις τους. Υπήρχε και κάτι άλλο από κάτω, κάτι σαν ζήλια για όποιον μπορούσε να μην δουλεύει, αν δεν ήταν για χόμπι, όπως κι ο κύριος ΜακΛέιν. Ζήλια για εκείνον, παρόλο που ήταν καθηλωμένος σε μία αναπηρική καρέκλα, πιο φυλακισμένος κι από έναν εγκληματία.

«Δεν πρέπει να μιλάς έτσι», τον επέπληξα, χαμηλώνοντας τη φωνή μου. «Κι αν σε ακούσει;»

«Δεν είναι εύκολο να βρεις προσωπικό σε αυτά τα μέρη. Θα ήταν δύσκολο να με αντικαταστήσει». Το είπε σαν δεδομένο, συγκαταβατικά, σαν να του έκανε χάρη. Οι λέξεις ήταν πανομοιότυπες με του ΜακΛέιν και κατάλαβα τη σύμφυτη αλήθεια τους.